Σάββατο, 19 Αυγούστου 2017

Οι καλοί τρόποι ενός θραύσματος


Το αισθάνομαι. Δεν επιθυμείς να περπατήσουμε μαζί απόψε.
Είναι τόσο σκληρό. Να μην βρίσκω ούτε μια στιγμή να σου πω πως σ' αγαπώ.
Είναι αργά πια.. έχεις αλλάξει τροχιά.
Μείνε απόψε μαζί μου. Νιώθω τόσο πόθο για σένα. Κάθε φορά σφαδάζω.
Η μουσική, μου δίνει όσα δε μπορείς να μου δώσεις εσύ. Δε μου δίνεις απολύτως τίποτα.
Κι όμως ποτέ δεν στερεύω.
Εξατμίζομαι μέσα στη δυστυχία μου
Είμαι αόρατη

Όλα όσα ένιωθες για μένα, τα πάντα κορέστηκαν.
Παρ' όλα αυτά ευχαριστώ το θεό που σε στρίμωξε στο δρόμο μου. Σου έβαλε μια τρικλοποδιά και σωριάστηκες πάνω μου.
Τώρα πια μένει να πάρω μια τούφα από τα γκρίζα σου μαλλιά, να υποκλιθώ και να αποχωρίσω.
Τόσο απλό να αγαπάς
Τόσο απλό και να φεύγεις λέω.

Σμαράγδα Τσιριγώτη

Dreamspace



Από την ταπεινότερη λίθο της γωνίας της γης
Έως το υψηλότερο στρώμα της θερμόσφαιρας
Από τα πέρατα του ορίζοντα
Έως το βαθύ άγνωστο

Υπάρχει αυτή η υπέροχη ισορροπία
Κι αυτή η ισορροπία μας διδάσκει
Η αρμονία που ανήσυχη κοιμάται
Κατά την τέταρτη διάσταση

Κι όπως αρμενίζουμε
Στα πέρατα των ονείρων
Με οδηγό την πυξίδα των επιθυμιών μας
Μόνοι, σε ένα πλήθος

Δεν σταματά να με σαγηνεύει
Η λάμψη σου από μακρυά, ω Αλεξάνδρεια
Τι πράγματα κάναμε, ω θεοί, για μια υπόσχεση
Κι ένα άσμα

Θα ξαναδούμε το ουράνιο τόξο στο σκοτάδι,
Γλυκύ μου έαρ; Θα ξαναταξιδέψουμε
Σε ένα σύννεφο στον μενεξεδένιο ουρανο;
Θα ιππεύσουμε ξανά την κυματώδη πλανεύτρα
   με το Σταυρό του Νότου οδηγό;

Γέρασα, ω Καλυψώ. Τα άσπρα μου μαλλιά μπλέκονται στο τιμόνι
Γονατίζω από την αλμύρα του σκοτεινού κι υγρού μου τάφου
Τα ύψη τα φοβάμαι. Μα με φόβισα κι εγώ
Η αέναη φωτιά κατατρώει τη σάρκα

Μολυβδένιος Αποσπερίτης

Παρασκευή, 18 Αυγούστου 2017

Υστερόγραφο


Όταν συναντηθούμε ξανά
αύριο ή έπειτα από χρόνια μοναξιάς
να έχεις τα χέρια σου στις τσέπες
και να προφασιστείς αμηχανία της στιγμής
κι εγώ θα κάνω σαν να μην υπήρξε ποτέ
η μέρα εκείνη
που βρήκα στις χούφτες σου το καταφύγιό μου.

Γ.Δ. 

Απλή αριθμητική;

Πάντα της έλεγε ότι είναι καλός στα μαθηματικά
κι εκείνη
για να το διαπιστώσει
τον υπέβαλε στη δυσκολότερη αριθμητική δοκιμασία…
Να την αφαιρέσει από τη ζωή του.

Γ.Δ.

Εκ των υστέρων


θα σου γράφω 
θα σε γράφω

έφυγες βιαστικά
κι ούτε που πρόλαβα
να σε ρωτήσω
τί από τα δύο είπες
ανάμεσα
στα υπόλοιπα
λόγια του αποχωρισμού.

Γ.Δ. 

Σάββατο, 12 Αυγούστου 2017

Άτιτλο


Δείξε μου τον ανόητο, που δε θα επιθυμούσε τα μάτια σου να ειναι το πρώτο φως της ημέρας του.
Η φωνή σου να ακουστεί πριν απο το ξυπνητήρι ή να νιώσει τη λάμψη του ζεστού κορμιού σου να θρυμματίζει το δικό του την πρώτη στιγμη που θα σ'άγγιζε.
Πες μου ποιος θα αντιστεκόταν με πυγμή στο άρωμα σου ,που καθε τζούρα του σου θυμίζει τις καλύτερες στιγμές της ζωής που δεν πρόλαβες ακομα να ζήσεις.
Τη γεύση των χειλιών αυτών που με καμία δε συγκρίνεται. Την γεύση σου.

Ανώνυμο

Παρασκευή, 11 Αυγούστου 2017

Άτιτλο

Υπάρχει ένα τσιφούτικο μικρό φως, έρχεται μέσα από την κίτρινη κουρτίνα, γυαλίζει επάνω στο μάρμαρο κι η υπόλοιπη κουζίνα είναι σκοτεινή. Οι βάσεις των καρεκλών είναι ψάθινες. Όλα τα έπιπλα έχουν πάνω κουβαριασμένα σεντόνια και μαξιλάρια, και ρούχα, κι εγώ πρέπει να τα χω μαζέψει και να χω φύγει μέχρι αύριο το πρωί.
Τρώω τα σταφύλια μέσα απ'το πλαστικό στραγγιστήρι για τα μακαρόνια και ο υπολογιστής, στο τραπέζι της κουζίνας, έχει την οθόνη στηριγμένη σ'ένα γυάλινο μπουκάλι. Θα πρεπε να'ταν στο ψυγείο, το μπουκάλι.

Η εξουσία είναι στα χέρια μου,
αυτό σκέφτομαι μερικές φορές, κοιτώντας την σκιά μου απάνω στο κράσπεδο,

Εσύ δεν ισχυρίστηκες ποτέ κάτι τέτοιο για τον εαυτό σου, μα κάπως τα κατάφερες και την πήρες, από όλους, όντας φανταστικός άνθρωπος στα μάτια μου, μέσα στην φανταστική σου ησυχία,
εκείνη που θέλεις να κρατάς όταν σκέπτεσαι,

Ήσουνα από κείνους που φαίνονται να παριστάνουν ότι δεν φοβούνται,
αντ'αυτού, σε φοβήθηκα εγώ.
Φοβόμουν πως θα μ'αφήνες να κοιτάω το φως που ρέει απ'τις σχισμές, απ'τα παντζούρια σου, που από μέσα έχει κάνει φωλιά ένα γκρίζο, ήρεμο σκοτάδι κι απ'έξω τα κτήρια παρατημένα στο φως, και κάτω απ'αυτά, μπάζο και σαβούρα,
το πανέμορφο αυτό θέαμα,
πως θα έφευγες, και πως θα'σουν χαρούμενος μόνος σου,
και το φοβόμουν κάθε μέρα,
επειδή είχα ακόμα, μια μικρή, ανήσυχη ελπίδα, ότι μια μέρα, θα καθόσουν να το κοιτάξουμε μαζί,
το κλισέ, κουτό, ψεύτικο θέαμα,
με κλισέ, κουτά, αληθινά λόγια,
χωρίς καμία εξουσία από μέρους μας, να επιβάλλεται απ'τον έναν στον άλλον,
(καθώς θα'ταν ο μόνος τρόπος να μην μας επιβάλλεται στο διάστημα αυτό καμία εξωτερική),
χωρίς να είχα κάποια ελπίδα, ότι εαν αυτό συνέβαινε, θα κρατούσε για πάνω από ένα διάστημα,
και χωρίς καμία αμφιβολία ότι πρωτού αυτό το διάστημα τέλειωνε,
θα φοβάμουν κάθε μέρα τα ίδια πράγματα,
αγαπώντας την αθλιότητα του ρομαντισμού που πάντοτε κατέκρινα,
τυλιγμένη γύρω σου και πικρή,
θα γινότανε κάθε μέρα πιο κλισέ,
για σένα,
ώσπου να την βαρεθείς κι ώσπου εγώ θα βαριόμουν τον εαυτό μου,
και να χανόταν αυτό το μικρό αυτό ξέσπασμα, να κούρνιαζε μέσα στις σαβούρες, εκεί έξω,
να έλαμπε μια τέλευταία φορά, έτσι κλισέ, απάνω στα σίδερα, ένα καυτό μεσημέρι μήνες αργότερα,
και θα'ταν η τελευτάια του φορά,
επάνω στη σγουριά, επάνω στα χέρια σου, σε μια τυχάια μικρή κίνηση,
κι επάνω στα δικά μου, επάνω σε κάποια κίνηση που δε θα'ναι καθόλου τυχαία.

Ανώνυμο