Σάββατο, 14 Ιουλίου 2018

Διάολε


Χριστός ανέστη φώναξε,
Σβήνοντας στη μαύρη βρώμικη άσφαλτο.
Άλλος ένας αμνός που μάτωσε απο το όπιο
Ποιος άραγε θέλει να γεννηθεί και να πεθάνει το ίδιο βράδυ;
Έλα ξέχνα τα τώρα αυτά
Έχει ειδήσεις στις 9
Και μετά τηλεπαιχνίδι
Καλά είναι να στήνουμε το πανηγύρι μας που και που
Να τρώμε και να κοιτάμε ανούσια το μπλέ.
Ας γυρίσουμε στη πίστη μας τωρα
Ας σταυρώσουμε τα χέρια μας
Μπορεί και να βοηθήσει
Ξέχασα όμως
Έχει μπλα μπλά στο πρωινάδικο
Δεν θα προλάβουμε πάλι
Άστο για άυριο
Θεός φυλάξη
Αλλά οταν έρθει το άυριο
Αλίμονο
Θα σκοτώσουμε και τον τελευταίο εκλογικευμένο ερημίτη

Singapore Sling

Τραύμα για Σπουδή και Σπούδαγμα



- Μαμά
η ραφή στα χείλη μου
τη γλώσσα
μού πονάει
και το σκυλί το άρρωστο
διαψάει
και το μαχαίρι
που τώρα μόλις έπλυνα
το μακελειό να φύγει
πάει το γλείφει
το νερό του πηγαδιού
να βρει
και το παιδί ξεκοιλιασμένο
στη θέα του Απαγχονισμένου παρακαλεί το άλλο παιδί
να μη το τουφεκίσει
τα χέρια νίπτει ο δικαστής
ο αργυραμοιβός τη τσέπη του γεμίζει
και το ανήλικο βιάζουν οι συνένοχοι
του Αποκοιμισμένου Κόσμου

- Μπαμπά τι λες; Η κόρη σου είμαι
η Φρίκη!


 Romanègre Paliãtso

Αυτοχειρία

Το σώμα μου έγινε εκπληκτικά ανθεκτικό. Τόσο, που το ξυράφι γλυστράει στο δέρμα. Γίνονται στον κόσμο τρομερά πράγματα και μαμά, φοβάμαι να ζήσω. Βρέχει κι απόψε, και γεμίζω λεκάνες να πνιγώ. Έγιναν όλα θλιβερά, κι αυτό που λεν ζωή, το ονομάζω θάνατο. Κι είναι ένας θάνατος αργός, μακρόσυρτος, Κι ο χρόνος τύραννος που με τυλίγει. Στήνω μαχαίρια στο λαιμό και κανένα δεν πονάει. Δεν είναι που έφυγες. Τα ποιήματά μου ήταν πιο όμορφα όσο υπήρξες. Ανεβαίνω στη σκάλα και πέφτω. Παίζω με αγκάθια. Τραβώ σκανδάλη. Έλα νύχτα. Πάρε την αυγή από τους ώμους μου. Με κάθε κόσμου την αυγή, έχω πια ξοφλήσει.

Γωγώ Λιανού

Τρίτη, 10 Ιουλίου 2018

Στο ίδιο θέαμα εργάτες


η πλαγιά πλημμυρίζει από φως, το λιβάδι σκεπάζεται από τη λιακάδα.
Στο φαράγγι της Πατησίων, αγκαλιαστήκαμε στο σκοτάδι και σε είδα για τελευταία φορά.
Στην χτενισμένη γή, μου έπεσε ένας σπόρος, ήταν το ξεκίνημα μιας ζωής.
Στον πεζόδρομο της Γερανίου, ένα μεσημέρι, μου γλίστρησε ένας σπόρος,
τον σκέπασαν μια τσίχλα και ένας λόφος σκατά.
Φτάνω σε μια πηγή, γυρίζω τη στάμνα μου και βλέπω ένα φύλλο από πλατάνι.
Σταματάω στην Ακαδημίας, ξημερώνει, μόλις βγήκαν τα πρώτα φύλλα των εφημερίδων,
φυτρώνουν από κλαδιά περιπτέρων, λέξεις που ξεσκαρτάρονται σε βλαστούς γνωριμιών
και οι σελίδες τους ποτίζονται από συμφέρον.
Ψάχνω στον νυχτερινό ουρανό ένα άστρο,
να προσευχηθώ για τον οδηγό καριέρας για τις καριέρες.
Χαζεύω στην Αποστόλου Παύλου μήπως και εμφανιστεί πίσω από τα κλαριά ένας προφήτης,
που θα κυρήττει την έλευση ιδεων και συναισθημάτων,
υπό την επήρεια των success stories.
Λες να απελευθερωθούμε όταν νικήσουμε τον μόχθο;
Λες να σωθούμε απέχοντας απ' όλες τις διαδικασίες;

Άλκης Ρότας

Μινιατούρα

Θέα που επιλέγεις να πεθάνεις.
Εύστοχες ματιές που, δυστυχώς, δεν κατάφεραν
να αναπνεύσουν τον αέρα.
Συλλογικές παρεμβάσεις εγκεφάλων,
δυσλειτουργικές συνειδήσεις και άυλες καρδιές.
Παραποιημένες συνεντεύξεις
και παράνομα δημοσιεύματα.
Εργατικά  ‘’αντρικά’’ μυαλά
και πισώπλατη ευτυχία
Όλα.
Όλα αυτά κι άλλα τόσα ,σε γδέρνουν κάθε μέρα.
Σε απομονώνουν λίγο περισσότερο.
Σου αποσπούν την προσοχή.
Σε δαμάζουν.
Μέχρι την ώρα που κοιτάς τον ήλιο που πέφτει
και το φεγγάρι που σηκώνεται.
Μέχρι την ώρα που κοιτάς την θέα.
Μέχρι την ώρα που πεθαίνεις για αυτήν, σε αυτήν.

Κοράκι


Αν με άφηνες να κλάψω

Αν με άφηνες  τώρα θα μπορούσα να κλαίω
Μέρες νύχτες σου λέω
Χωρίς λόγια
Θα έκλαιγα με λυγμούς
Και τα δάκρυα μου αν είχαν
Στερέψει
Το βλέμμα μου στο άπειρο
Θα είχα στρέψει
Τα μάτια μου πρησμένα και
Βουβή κοιτάζοντας  τον τοίχο
Θα λέγατε πως είχα σαλέψει
Αν με άφηνες  τη δυστυχία μου να
Αγκαλιάσω
Να κλάψω γι αυτά που γίνανε
Και γι αυτά που δίστασα
Να κλάψω
Να κλάψω για όλες εκείνες τις φορές
Που δάγκωσα τα χείλη
Να κλάψω για όλα εκείνα τα λουλούδια
Που κόπηκαν πάνω που ανθίζανε τον απρίλη
Αν με άφηνες να κλάψω
Δεν θα σταματούσα
Η ζωή είναι πόνος
Και έτσι πως έχει γίνει
Δεν την λαχταρώ όπως κάποτε την λαχταρούσα


N.M.13

Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2018

Επίσκεψη πάλι


Οι γάτες είναι παρεξηγημένα παιδιά
τίμια πολύ,
σου δείχνουν ξεκάθαρα τι θέλουν.
Mία - δύο – γρατζουνώ.
Εσύ επέμεινες να μου τραβάς την ουρά.
Kάθομαι στο κρεβάτι μου που έχει γεμίσει τώρα έντομα
και σου φωνάζω "μάου - μάου" προειδοποιητικά –
μου τραβάς την ουρά ήδη τέταρτη φορά
και η υπομονή μου εξαντλείται
αλλά δεν έχω νύχια να σε γρατζουνίσω
δεν ξέρω όπλα να σε παλέψω
και συ πάλι δε φεύγεις
σαν τα ζουζούνια κάτω από το στρώμα μου και κάτω από το δέρμα μου.
...
Στο δημοτικό όταν ήμουν είχαμε ένα πέυκο στο σχολείο
που κάθε άνοιξη γέμιζε κάμπιες.
Πήγαιναν πέρα δώθε παραταγμένες
αλυσίδες από τριχωτά σκουλήκια.
Οι δασκάλες τις έλουζαν με οινόπνευμα στο διάλειμμα
και τους έβαζαν φωτιά.
...
Εγώ έχω οινόπνευμα
-άλλωστε πώς θα καθαρίζω τα βράδια το κινητό μου-
αλλά
δεν έχω κάμπιες.

Στέλλα