Πέμπτη 24 Αυγούστου 2017

Ξέρω εγώ;


Κεραιες πάνω στις πολυκατοικίες
μάτια κλαμμένα των ανθρώπων.
Κάθε ασχήμια έχει την ομορφιά της.
Κάθε ομορφιά είναι διαφορετική.
Πιονάκια της γης στην τεράστια σκακιέρα.
Κάποιοι είναι πύργοι ή ακόμα και βασιλιάδες
Κάποιες είναι βασσίλισες .
Αλλά όλοι το ίδιο φθαρτοί, αναλώσιμοι.
Κάνουμε τις κινήσεις μας, παιζούμε την παράσταση
και περιμένουμε τις αντιδράσεις , το αποτέλεσμα.
Άλλοι είναι παθητικοί στο παιχνίδι και στην άλλη
αυτοί που ορμάνε.
Ο θάνατος ο μόνος δρόμος .
Τότε σταματάς να ακούς, να βλέπεις, να νιώθεις.
Τι παραπάνω να υπάρχει. Πρέπει να το πάρεις γραμμή όμως.
Να μην ξεχαστείς και να μη δώσεις.
Εγω στο ζητάω, δώσε την ψυχή σου
δώσε το κορμί σου..
Αναλώσου όπως πραγματικά πρέπει να κάνεις.
Χρησιμοποιήσε ότι εργαλεία κρατάς και φτιάξε
έναν όμορφο κόσμο.
Φύτεψε τα πιο ωραία λουλούδια.
Ξεσκάτωσε τα πιο απαλά κωλαράκια
Δώσε τα πιο παθιασμένα φιλιά.
Πιες τα πιο παραγεμισμένα ποτά.
Ξάπλωσε στη γη εντελώς γυμνός.
Κοίτα τους ανθρώπους καρφωτά στα μάτια
Φίλα πατούσες και δάγκωσε αυτιά.
Αγκάλιασε σκύλους και ανθρώπους
Χάιδεψε κάποιον στο σβέρκο
Κλεισε το ματάκι σε κάτι που γουστάρεις.
Κανε μια βουτιά και φύγε
Γίνε ένας δαίμονας δηλητηριασμένος
με μια ακατανίκητη επιθυμία.
Γιατί ο θάνατος έρχεται είτε θέλεις είτε όχι
και το καλύτερο που έχεις να κάνεις, είναι να έχεις τις τσέπες γεμάτες.

Φαντομάς

Φωτογραφία χωρίς κάδρο

Άδειες νεκροφόρες ( ω τι ευχή ).
Γεμάτες ζωές οι νύχτες.
Θα 'θελα.
Σε κρεμασα στον τοίχο.
Μια φωτογραφία.
Μαύρη.
Ίσως να ψάχνω μια θέση.
Πρωτη, δεύτερη , τοίχος.
Εκεί εσύ.
Εσύ εκεί.

Ανώνυμος

Τετάρτη 23 Αυγούστου 2017

Σε γνωρίζω.


Τοτε στα νερά που πήγες μια και καλή να γεμίσεις,
κι ήταν αθάνατη μόνο η τρύπα
στο άπατο κανάτι.
Εκεί που το νερό τριβόταν συνωστισμένο
 καθώς πάσχιζε να φύγει από το κανάτι σου.
Ξέρω.

Είναι τελικώς αθάνατα όλα τα θνήτα μαζί
έτσι ως καταφέρνουν να χαϊδέψουν
 κάθε πιθαμή του απείρου.
Κάνοντας το βέβαια χαρούμενο κι αμείλικτο μες την χαρά του.
Ξέρω..

Θαμώνας

Ωδή για τίποτα


Όλη μου η ζωή ένα κυνηγητό

με τον εαυτό μου
την ύπαρξη μου
τα πάθη μου
τις χαμένες προσδοκίες
τα όνειρα τις αποτυχίες
τον πόνο μου
τα λάθη μου τον έρωτα

την μακρινή εφηβική μου ανάμνηση που τρυπώνει μέσα από τα σκεπάσματα το βράδυ και γαληνεύει το μυαλό μου με την θύμηση μιας αδιάκοπης περιέργειας για το φαινόμενο της ζωής

την μάνα μου που προσπαθεί να ξεπεράσει την φυγή μου

τον πατέρα μου που μετράει τα δίφραγκα για τις σπουδές μου

τις σπουδές που προσπαθούν να με διδάξουν να τρώω το μέσα μου για να δείχνω καλύτερος έξω

την χαμένη ελπίδα που άφησα σε κάποια κατάληψη μεταξύ Σινά και Νομικής

τις γροθιές που έφυγαν και για αυτές που έπρεπε να φύγουν στον καριόλι με τον μαίανδρο

το ήρθε ο καιρός να σοβαρευτώ που αποφάσισα στα 25 μου χρόνια

την εργασία μου που μου μαθαίνει να ζω για αυτήν και όχι από αυτήν

το μοναχοπαίδι μου που δέχομαι να με ταπεινώνουν για το καλό του

την οικογένεια που με υποδέχεται διθυραμβικά για τα λεφτά που φέρνω σπίτι

την τηλεόραση που με κάνει να σκέφτομαι να μην είμαι αχάριστος για την ζωή μου

το νοίκι που εισπράττω βαφτίζοντας σπίτι το υπόγειο σε δέκα Πακιστανούς

για αυτά που χάθηκαν όταν το ''όμως'' και το ''αλλά'' έγιναν λέξεις προς αποφυγή

για τα απωθημένα που τρυπάν σαν δηλητηριασμένο βέλος το κορμί μου


για εκείνο το


το κάτι πες


που γιατί
θα φύγω
μέρα μία
νεκρό θα με βρείτε
και με
μετά τι;

Ηρακλής

Τρίτη 22 Αυγούστου 2017

Άτιτλο


Θα σου δώσω κλεμμένο έρωτα
αγάπη που ξεψύχησε σε μιαν επίσκεψη ,
αγκαλιές ξεχασμένες διπλά στη πόρτα
κάθε φορά που έφευγες και τις ξεχνούσες.
Θα σου δώσω φιλιά που δάγκωνα μέσα στο αίμα
με ψυχασθενική ορμή όταν τα κρατούσα.
Θα σου δώσω πληγή εγκλωβισμένη στα σπλάχνα μου
ποτισμένη με μπόλικο αλκοόλ και επιδέσμους γέλιου.
Θα σου δώσω σώμα γδαρμένο απ τις πτώσεις μου
τρυπημένο από  ανακρίβειες και μισόλογα.
Θα ποντάρω στο θράσος σου
με απόδοση πέντε μηδέν.
Θα ποντάρεις σε στημένο παιχνίδι (…)
Η ανάσα σου στο στήθος μου
Η ηδονή της νίκης μέσα μου
Δικιά μου κι αυτή.

Server Notfound

Ελαφριά σαν φύλλο


Πώς γίνεται να είμαι βαριά σαν άνθρωπος, μα τόσο ελαφριά
σαν ένα ριγμένο, απ’ το δέντρο φύλλο;
Με πάει η ζωή όπου θέλει, ανάλογα με τη φορά του χρόνου
και τις εποχές των ανθρώπων.
Ανίκανη να υποταχτώ στο ανθρώπινο βάρος μου,
αφήνομαι να με φυσάνε αναπνοές αγνώριστες
καλοκαιρινές κυρίως..

Μελίσσα

Αυτός ο θόρυβος


Αυτός ο θόρυβος τώρα
είναι ο δρόμος μας
Το σπίτι μας
Η γυναίκα μας
Τα παιδιά μας
που δεν θα γεννηθούν
Οι βόλτες  οι αυγουστιάτικες
Τα φωτεινα χριστούγεννα
Οι ανερυθρίαστες στιγμές πάθους
Τα όνειρα στον θεό της ποίησης
Όλα όσα θα μείνουν δρόμος
μέσα σε ένα δρόμο ανεκπλήρωτο
της ζωής μας

Αυτός ο θόρυβος τώρα
είναι ο δρόμος μας
Γιατί δεν ζήσαμε μαζί στην σιωπή
Ούτε καν ελάχιστα
Να θυμόμαστε μετά από καιρό την αίσθηση
την αίσθηση να μην είσαι μισός
την αίσθηση ν' ανήκεις κάπου
Φεύγοντας πριν καν να δοθεί κατι
Στ΄αλήθεια φεύγουμε
Με τον θόρυβο και τον δρόμο μόνο μας σύντροφο
Κι ας είχαμε πενθήσει τόσο τις χαμένες αγκαλιές
Κι ας πιστέψαμε τόσο δυνατά σε έρωτες μαβιούς
Που δεν ήρθαν
ή που όπως τόσα άλλα
ήρθαν για λίγο
μα αποδείχτηκαν ψευδαισθήσεις

Δεν έχει σημασία αυτή την ώρα τίποτα
Μιας και αυτός ο θόρυβος
είναι ο δρόμος μας

Βαγγέλης Ρουσσάκης

Μουλωχτή Επανάσταση


Βλέμμα Τζέημς Ντιν
Περιμένει το λυχνάρι του Αλλαντίν,
Ν’ αποσώσει,
Λύση να δώσει,
Δίκιο να φέρει,
Φως στο παρτέρι.
Εμότικον, μηνύματα,
Ανάρτησης συνθήματα,
Καίει το wi-fi
Κι ας μην έχει να φάει.
Τατού σε χαίτη πλάνα,
Τρυπήματα, φτηνά αεροπλάνα.
Γδέρνει η φτέρνα το πλακάκι,
Πέφτει η ζώνη απ’ το θηκάκι.
Με τραβά η οθόνη
Καθώς δε με πληγώνει.

Δεν έχει όμως Ανάσταση
Με μουλωχτή επανάσταση.

Ζωή Τζήμητρα

Γκρίνια σόρι


Θαμπώνω στα μάτια φερέλπιδων κι ακμαίων.
Ουρές  φωτεινές πλασμάτων που προσπερνούν.
Πεθαίνω με ένα σουβενιρ αγκαλιά.
Και τα παιδιά…
Τα παιδιά αφήσαν τα πιο μεγάλα ψίχουλα στου σπούργου τα πόδια.
Στις κόγχες τους τιμώνται χίλιες επαναστάσεις  για να γίνει πια φανερό:
“Η σκανταλιά απόθανε έμεινε μόνο η ανάγκη”

Η μάνα χλιμιντρίζει.
Η μάνα χλιμιντρίζει.
Και χαιρετά και αυτή.
Γλυκά.

Θαμώνας

Δευτέρα 21 Αυγούστου 2017

Μέρα Θρήνου Νο 453.

Ήμασταν εκεί
όταν στέναζε το παιδί της Αλήθειας
με κύματα αποτρόπαια μα και τόσο δημιουργικά.
Ραντίζαμε με κάθε νότα
μια χωρίς νόημα και έλεος νύχτα.
Δίναμε με υπομονή
κάθε χτύπο
για ένα κοινό, ισορροπημένο σκοπό.
Νοικιάζαμε τις μικρές χαρές
για χάρη μιας μεγάλης,αναπάντεχης φρίκης.
 Όταν οι εποχές άλλαξαν
και ο χρόνος ξεκίνησε πάλι την τρελή του βόλτα,
ποιος ήταν σίγουρος ότι θα αντέξει;
"Την Ημέρα της Μεγάλης Οργής
ποιος είναι βέβαιος ότι θα σταθεί όρθιος;"
Ενδιαφέρουσα ερώτηση για να κλείνεις
υπόγειες συνομιλίες.
Για να αφήνεις κάθε σιγουριά
για χάρη μιας αβεβαιότητας
που κάθε βήμα στον πίσω δρόμο
έσπρωχνε με πάθος τη ροή της.
Τα πρόσωπα δεν έχουν σημασία.
Ο χρόνος και ο τόπος έχουν συμβατικά και μάλλον τυχαία επιλεγεί.
Σημασία έχει αυτό που γίνεται,
όχι σαν μεταφυσική παθητική δράση
ούτε σαν απλό άθροισμα των επιμέρους κομματιών.
"Το όλο είναι κάτι περισσότερο από άθροισμα των μερών του".
Θυμάσαι;
Τέτοιες σκέψεις έκανες
καβαλώντας το άλογο
στις γενναίες νυχτερινές εξορμήσεις!
Έβλεπες από μακρυά ο,τι κοντά τώρα κείται
και σκεφτόσουν
"άραγε, θα μπορέσω μια μέρα να το βλέπω σαν φάντασμα;
Θα αντέξω να το βλέπω σαν φάντασμα;"
Οι μέρες κυλάνε όχι με μανία ούτε με προσμονή.
Μοιάζουν με λατρεμένη μάνα που ποτέ δε συνάντησες.
Μοιάζουν με γεράκια που ο ήχος τους στοίχειωνε τα όνειρά σου.
Τέλος, μοιάζουν με τη φωνή του γείτονα
που μόνο τον ήχο του αυλού του άκουγες
κάθε που η νύχτα έδιωχνε τα σκοτεινά της φύλλα από το φόντο του ουρανού.
"Σκηνή 3η: ο θρόνος γκρεμίζεται, η όρεξη για λαγνεία γίνεται ακάνθινο στεφάνι,
κάθε κορεσμένη επιθυμία
επιστρέφει εκεί που γεννήθηκε,
ο ήρωας Νο 1 αποχαιρετά για πάντα τον ήρωα Νο 2.
Ύστερα, Σιωπή:
Για τότε, για τώρα, για πριν και για μετά, για ποτέ και για κανέναν,
για όλους και για πάντα."
Όχι, ο συγγραφέας του έργου δεν τα θυμάται καλά...
Ήρθε η Σιωπή-αλίμονο αν δεν ερχόταν-
αλλά προηγήθηκε μεταμέλεια, οργή, ταραχή και μια όρεξη για επιστροφή σε πηγές χωρίς χρόνο.
Αλήθεια, το σκεφτόσουν τότε;
Δεν το περίμενες ότι τα δάση θα βούϊζαν τώρα πια
από την ύπουλη φωνή της ανευθυνότητας.
Δεν ήξερες ότι κάθε πηγή
διψά πιο πολύ από τον πιο διψασμένο διαβάτη;
"Σκηνή 5η: Ο ήρωας Νο 1 και ο ήρωας Νο 2 (ξέχασα να σας πω
ότι το φύλο είναι συμβατικά επιλεγμένο)
χαιρετάνε την Άβυσσο με μάτια που κοιτάζουν στις ανόσιες νύχτες της Περσεφόνης.
Ξανά, ναι. Δεν περίμενε κανείς ότι το στοίχειωμα θα ήταν μια επιπόλαιη νεανικότητα.
Μα αποδείχτηκε πιο επιπόλαιο κι από την πιο ώριμη απόφαση.
Ναι, τότε, εκείνες τις φαντασιακές νύχτες,
πλέοντας σε πέλαγο βροχής και δακρύων
-όχι σαν τα δάκρυα που καθρεφτίζονται τώρα απέναντι-
έφτανες το αδύνατο και συνάμα το σκλάβωνες.
Μέρα Θρήνου Νο 453 (ή μήπως όχι;):
Εσύ επιλέγεις πώς θα την τιμήσεις.
Αν έμαθες κάτι στη μακρινή αυτή πορεία είναι ότι
δεν υπάρχει διαφυγή.
Αν δεν έμαθες κάτι σε αυτή τη μακρινή πορεία,
είναι ότι...
(...)
Ας μην το καθυστερούμε άλλο, αγαπητοί.
Η αναβίωση της Νύχτας της Περσεφόνης
μόλις ξεκινά!

Λάμπρος

Γράμμα δίχως διεύθυνση


Όσο κι αν οι σκέψεις μου
Με τα κύματα της θαλασσας ταξιδεύουν
Δεν θα φτάσουν στον προορισμό τους

Όσο κι αν μεγαλώνουν τα βράδια
Κι αν τα πρωινά είναι μια στάλα
Οι ημέρες περνούν και φθάνουν
Στον σκοπό τους

Το άγγιγμα σου ακόμη νωπό στη ψυχή
Μεστό στο κορμί
Δυο άνθρωποι που αγαπούν,  όταν αγγίζονται
Μεγαλώνει ο σφυγμός τους

Κι αυτές οι σκέψεις
Όσο δυνατές κι ας είναι
Κοντά σου δεν θα φτάσουν

Μην το φοβάσαι μάτια μου.
Την ίδια θάλασσα
Μαζί
Κοιτάμε

Κ.Τ

Σάββατο 19 Αυγούστου 2017

Άτιτλο


Είναι νύχτα
Το φεγγάρι φέγγει
Κι ο ήλιος αλλού βλέπει
Ειναι μερα
Κι τα παιδιά γελάνε
μικροί μεγάλοι , δεν σταματάνε
Ειναι χειμώνας
Η βροχή τρέχει
Κι τα σύννεφα την γη βρέχουν
Ειναι καλοκαίρι
Κι εσυ λείπεις
Ειναι δώδεκα
Κι η προσμονή μεγαλώνει
Είναι η αγάπη
-Αυτή δεν τελειώνει
Είναι κι οι σκέψεις
που το δωμάτιο γεμίζουν
Είναι τα χάδια που το κορμί μου το λυγίζουν
Είναι και ο έρωτας
-Αχ αυτος έρωτας- πουμε πάθος τις νύχτες , τις μέρες , τον χειμώνα , το καλοκαίρι και τι ώρες μας γεμίζει.


Ιωάννα Λιμπερτά

Οι καλοί τρόποι ενός θραύσματος


Το αισθάνομαι. Δεν επιθυμείς να περπατήσουμε μαζί απόψε.
Είναι τόσο σκληρό. Να μην βρίσκω ούτε μια στιγμή να σου πω πως σ' αγαπώ.
Είναι αργά πια.. έχεις αλλάξει τροχιά.
Μείνε απόψε μαζί μου. Νιώθω τόσο πόθο για σένα. Κάθε φορά σφαδάζω.
Η μουσική, μου δίνει όσα δε μπορείς να μου δώσεις εσύ. Δε μου δίνεις απολύτως τίποτα.
Κι όμως ποτέ δεν στερεύω.
Εξατμίζομαι μέσα στη δυστυχία μου
Είμαι αόρατη

Όλα όσα ένιωθες για μένα, τα πάντα κορέστηκαν.
Παρ' όλα αυτά ευχαριστώ το θεό που σε στρίμωξε στο δρόμο μου. Σου έβαλε μια τρικλοποδιά και σωριάστηκες πάνω μου.
Τώρα πια μένει να πάρω μια τούφα από τα γκρίζα σου μαλλιά, να υποκλιθώ και να αποχωρίσω.
Τόσο απλό να αγαπάς
Τόσο απλό και να φεύγεις λέω.

Σμαράγδα Τσιριγώτη

Dreamspace



Από την ταπεινότερη λίθο της γωνίας της γης
Έως το υψηλότερο στρώμα της θερμόσφαιρας
Από τα πέρατα του ορίζοντα
Έως το βαθύ άγνωστο

Υπάρχει αυτή η υπέροχη ισορροπία
Κι αυτή η ισορροπία μας διδάσκει
Η αρμονία που ανήσυχη κοιμάται
Κατά την τέταρτη διάσταση

Κι όπως αρμενίζουμε
Στα πέρατα των ονείρων
Με οδηγό την πυξίδα των επιθυμιών μας
Μόνοι, σε ένα πλήθος

Δεν σταματά να με σαγηνεύει
Η λάμψη σου από μακρυά, ω Αλεξάνδρεια
Τι πράγματα κάναμε, ω θεοί, για μια υπόσχεση
Κι ένα άσμα

Θα ξαναδούμε το ουράνιο τόξο στο σκοτάδι,
Γλυκύ μου έαρ; Θα ξαναταξιδέψουμε
Σε ένα σύννεφο στον μενεξεδένιο ουρανο;
Θα ιππεύσουμε ξανά την κυματώδη πλανεύτρα
   με το Σταυρό του Νότου οδηγό;

Γέρασα, ω Καλυψώ. Τα άσπρα μου μαλλιά μπλέκονται στο τιμόνι
Γονατίζω από την αλμύρα του σκοτεινού κι υγρού μου τάφου
Τα ύψη τα φοβάμαι. Μα με φόβισα κι εγώ
Η αέναη φωτιά κατατρώει τη σάρκα

Μολυβδένιος Αποσπερίτης

Παρασκευή 18 Αυγούστου 2017

Υστερόγραφο


Όταν συναντηθούμε ξανά
αύριο ή έπειτα από χρόνια μοναξιάς
να έχεις τα χέρια σου στις τσέπες
και να προφασιστείς αμηχανία της στιγμής
κι εγώ θα κάνω σαν να μην υπήρξε ποτέ
η μέρα εκείνη
που βρήκα στις χούφτες σου το καταφύγιό μου.

Γ.Δ. Σέρμυντ

Απλή αριθμητική;

Πάντα της έλεγε ότι είναι καλός στα μαθηματικά
κι εκείνη
για να το διαπιστώσει
τον υπέβαλε στη δυσκολότερη αριθμητική δοκιμασία…
Να την αφαιρέσει από τη ζωή του.

Γ.Δ. Σέρμυντ

Εκ των υστέρων


θα σου γράφω 
θα σε γράφω

έφυγες βιαστικά
κι ούτε που πρόλαβα
να σε ρωτήσω
τί από τα δύο είπες
ανάμεσα
στα υπόλοιπα
λόγια του αποχωρισμού.

Γ.Δ. Σέρμυντ

Σάββατο 12 Αυγούστου 2017

Άτιτλο


Δείξε μου τον ανόητο, που δε θα επιθυμούσε τα μάτια σου να ειναι το πρώτο φως της ημέρας του.
Η φωνή σου να ακουστεί πριν απο το ξυπνητήρι ή να νιώσει τη λάμψη του ζεστού κορμιού σου να θρυμματίζει το δικό του την πρώτη στιγμη που θα σ'άγγιζε.
Πες μου ποιος θα αντιστεκόταν με πυγμή στο άρωμα σου ,που καθε τζούρα του σου θυμίζει τις καλύτερες στιγμές της ζωής που δεν πρόλαβες ακομα να ζήσεις.
Τη γεύση των χειλιών αυτών που με καμία δε συγκρίνεται. Την γεύση σου.

Ανώνυμο

Παρασκευή 11 Αυγούστου 2017

Άτιτλο

Υπάρχει ένα τσιφούτικο μικρό φως, έρχεται μέσα από την κίτρινη κουρτίνα, γυαλίζει επάνω στο μάρμαρο κι η υπόλοιπη κουζίνα είναι σκοτεινή. Οι βάσεις των καρεκλών είναι ψάθινες. Όλα τα έπιπλα έχουν πάνω κουβαριασμένα σεντόνια και μαξιλάρια, και ρούχα, κι εγώ πρέπει να τα χω μαζέψει και να χω φύγει μέχρι αύριο το πρωί.
Τρώω τα σταφύλια μέσα απ'το πλαστικό στραγγιστήρι για τα μακαρόνια και ο υπολογιστής, στο τραπέζι της κουζίνας, έχει την οθόνη στηριγμένη σ'ένα γυάλινο μπουκάλι. Θα πρεπε να'ταν στο ψυγείο, το μπουκάλι.

Η εξουσία είναι στα χέρια μου,
αυτό σκέφτομαι μερικές φορές, κοιτώντας την σκιά μου απάνω στο κράσπεδο,

Εσύ δεν ισχυρίστηκες ποτέ κάτι τέτοιο για τον εαυτό σου, μα κάπως τα κατάφερες και την πήρες, από όλους, όντας φανταστικός άνθρωπος στα μάτια μου, μέσα στην φανταστική σου ησυχία,
εκείνη που θέλεις να κρατάς όταν σκέπτεσαι,

Ήσουνα από κείνους που φαίνονται να παριστάνουν ότι δεν φοβούνται,
αντ'αυτού, σε φοβήθηκα εγώ.
Φοβόμουν πως θα μ'αφήνες να κοιτάω το φως που ρέει απ'τις σχισμές, απ'τα παντζούρια σου, που από μέσα έχει κάνει φωλιά ένα γκρίζο, ήρεμο σκοτάδι κι απ'έξω τα κτήρια παρατημένα στο φως, και κάτω απ'αυτά, μπάζο και σαβούρα,
το πανέμορφο αυτό θέαμα,
πως θα έφευγες, και πως θα'σουν χαρούμενος μόνος σου,
και το φοβόμουν κάθε μέρα,
επειδή είχα ακόμα, μια μικρή, ανήσυχη ελπίδα, ότι μια μέρα, θα καθόσουν να το κοιτάξουμε μαζί,
το κλισέ, κουτό, ψεύτικο θέαμα,
με κλισέ, κουτά, αληθινά λόγια,
χωρίς καμία εξουσία από μέρους μας, να επιβάλλεται απ'τον έναν στον άλλον,
(καθώς θα'ταν ο μόνος τρόπος να μην μας επιβάλλεται στο διάστημα αυτό καμία εξωτερική),
χωρίς να είχα κάποια ελπίδα, ότι εαν αυτό συνέβαινε, θα κρατούσε για πάνω από ένα διάστημα,
και χωρίς καμία αμφιβολία ότι πρωτού αυτό το διάστημα τέλειωνε,
θα φοβάμουν κάθε μέρα τα ίδια πράγματα,
αγαπώντας την αθλιότητα του ρομαντισμού που πάντοτε κατέκρινα,
τυλιγμένη γύρω σου και πικρή,
θα γινότανε κάθε μέρα πιο κλισέ,
για σένα,
ώσπου να την βαρεθείς κι ώσπου εγώ θα βαριόμουν τον εαυτό μου,
και να χανόταν αυτό το μικρό αυτό ξέσπασμα, να κούρνιαζε μέσα στις σαβούρες, εκεί έξω,
να έλαμπε μια τέλευταία φορά, έτσι κλισέ, απάνω στα σίδερα, ένα καυτό μεσημέρι μήνες αργότερα,
και θα'ταν η τελευτάια του φορά,
επάνω στη σγουριά, επάνω στα χέρια σου, σε μια τυχάια μικρή κίνηση,
κι επάνω στα δικά μου, επάνω σε κάποια κίνηση που δε θα'ναι καθόλου τυχαία.

Ανώνυμο

Σιωπή


Η σιωπή στο μυαλό μου
βάφεται με άσπρο
και σαν βάφεται με άσπρο
γεμίζει τρύπες
Φριχτές και χαρούμενες  αναμνήσεις τρυπάνε το σεντόνι
Σκέψεις ενοχοποιημένες
Αποφάσεις λογικής
Συμπεράσματα λανθασμένα
Και το μπαμ .
Το σεντόνι πλέον στολίζεται με μαύρο
Και το μπαμ.
Το σεντόνι πλέον σκίζεται , τρυπιέται , καίγεται.
Και ψάχνω να δω αν υπάρχει
Και το μπαμ.
Το σεντόνι δεν υπάρχει
Μπαμ.
Κι στην προσπάθεια να ψάξεις τι έχει απομείνει αρχίζεις και συλλέγεις
Κάθε έκρηξη της στιγμής
Μίσος
Θυμό
Έρωτα
Επιβεβαίωση
Και αφού βρεις ότι αναζητάς.
Το σεντόνι εξαμφανίζεται και η διαδικασία ξαναξεκινάει.

Η σιωπή στο μυαλό μου..

Ιωαννά Λιμπερτά

Άτιτλο

Κάτω από τη σκιά σου πλέον
θα καρφώσω έναν νέο ήλιο
και θα καρφώσω σαν οδοντογλυφίδες δέντρα
να μας σκιάζουν
και θα ψιθυρίσω φόβους
να μας σκιάζουν.
Μυρμήγκια, θα κουβαλάμε το πολλαπλάσιο του βάρους μας σε μνήμες. Όλα τα σημεία στους δρόμους τα γύρισα από την
ανάποδη σαν μπλουζάκια: όπου
φιληθήκαμε βράδυ θα είναι πρωί
κι όπου πρωί λαμπύρισαν τα υπέροχα μάτια σου
μόνο σκοτάδι.
Όσο σε περίμενα μια νυχτερίδα πήγε να μπλεχτεί
στα μαλλιά μου. Πώς
να αντέξω άλλο χάδι χωρίς μια τέτοια προθέρμανση.
Όλος ο κόσμος κάτω από τη σκιά σου
πλειστόκαινος
θα ανθίζει, θα ρίχνει τα φύλλα του και κιρκαδιανά θα βηματίζει στο τέλος του σα σε εργαστήριο in vivo.
Και η χρονολογία θα είναι προ και μετά εσού.
Θα φταρνίζομαι σε κάθε εκφορά σου σαν να μύρισα πιπέρι ή αλλεργία ή σαν να είπα την αλήθεια.
Υπό σκιά σου κάθε αναμέτρησή μου με την πλάση.

ΑΚ

Πέμπτη 10 Αυγούστου 2017

πώς μπορεί κάποιος να μου ζητήσει ψυχραιμία


Πως τολμάμε και νοσταλγούμε
Πρέπει κάθε μέρα να είναι διαφορετική
Ένα βήμα μπροστά
Δεν μπορούμε να χανόμαστε σε μνήμες
Τα αρώματα δεν είναι για εμάς
Ούτε η θύμηση της αφής
Τα χαζεμένα βλέμματα
Η γεύση του φιλιού
Δεν είναι αυτά για εμάς

Δεν μπορούμε – Δεν προλαβαίνουμε – Δεν πρέπει
Να χανόμαστε σε μνήμες
Αυτές είναι για τους κουτούς
Για τους ονειροπόλους
Τους Ρομαντικούς
Δεν είναι αυτά για εμάς
Δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να ασελγούμε στο μέλλον μας
Πρέπει να το διαφυλάξουμε
Ως κάτι φρέσκο

Να τα ξεχάσουμε όλα
Ναι αυτό πρέπει να κάνουμε
Να αδειάσουμε το μυαλό μας από κάθε άχρηστη πληροφορία
Τα αρώματα θα τα μυρίσουμε από την αρχή
Την αφή θα την ξαναμάθουμε
Τα βλέμματα δεν χρειάζεται να είναι χαζεμένα
Είναι χαζό
Και την γεύση έτσι και αλλιώς την καλύπτουμε όποτε πλένουμε τα δόντια μας
Δεν είναι αυτά για εμάς

Έχουμε ευθύνη απέναντι στον εαυτό μας να συνεχίσουμε
Πρέπει να συνεχίσουμε
Να γεράσουμε

Τότε;
τι σημασία θα έχουν αυτά που θα ζήσουμε;
Αν δεν γίνουν παρελθόν
Αν δεν τα νοσταλγούμε

Είναι άλγος που το χρειαζόμαστε

Χέσε το μέλλον
Θα βουτήξω στο παρελθόν μου μέχρι
να μου τελειώσει
η ανάσα
Και τότε μόνο
θα αναδυθώ για να αναπνεύσω

πριν την επόμενη βουτιά

Αλεφ