Πέμπτη 28 Ιουνίου 2018

Επίσκεψη πάλι


Οι γάτες είναι παρεξηγημένα παιδιά
τίμια πολύ,
σου δείχνουν ξεκάθαρα τι θέλουν.
Mία - δύο – γρατζουνώ.
Εσύ επέμεινες να μου τραβάς την ουρά.
Kάθομαι στο κρεβάτι μου που έχει γεμίσει τώρα έντομα
και σου φωνάζω "μάου - μάου" προειδοποιητικά –
μου τραβάς την ουρά ήδη τέταρτη φορά
και η υπομονή μου εξαντλείται
αλλά δεν έχω νύχια να σε γρατζουνίσω
δεν ξέρω όπλα να σε παλέψω
και συ πάλι δε φεύγεις
σαν τα ζουζούνια κάτω από το στρώμα μου και κάτω από το δέρμα μου.
...
Στο δημοτικό όταν ήμουν είχαμε ένα πέυκο στο σχολείο
που κάθε άνοιξη γέμιζε κάμπιες.
Πήγαιναν πέρα δώθε παραταγμένες
αλυσίδες από τριχωτά σκουλήκια.
Οι δασκάλες τις έλουζαν με οινόπνευμα στο διάλειμμα
και τους έβαζαν φωτιά.
...
Εγώ έχω οινόπνευμα
-άλλωστε πώς θα καθαρίζω τα βράδια το κινητό μου-
αλλά
δεν έχω κάμπιες.

Στέλλα

Άχρωμοι άνθρωποι


Άχρωμες φιγούρες και άχρωμα πρόσωπα.
Μια μονότονη μελωδία παίζει από πίσω.
Το σκηνικό αποτελείται από γκρίζα σπίτια.
Εσύ περπατάς στον δρόμο  και προσπερνάς τους άχρωμους ανθρώπους.
Η έλλειψη χρώματος μέσα σου σε εμποδίζει να δεις τα χρώματα στους άλλους.
Ο ίδιος πιο μουντός και ασπρόμαυρος από ποτέ.
Σαν να παίζεις κάποιον ρόλο σε κάποια παλιά,ασπρόμαυρη ταινία.
Έχεις το σενάριο στην τσέπη σου αλλά δεν μπορείς να το διαβάσεις.
Το σενάριο είναι λευκό,άγραφο.
Σε αφήνει να αναρωτιέσαι τι θα συμβεί στην επόμενη σκηνή.
Πασχίζει ο συγγραφέας να κρατήσει τον αναγνώστη σε αγωνία.
και αν όχι τουλάχιστον να του τραβήξει για λίγο το ενδιαφέρον.
Αναρωτιέσαι ποιοι να είναι οι συμπρωταγωνιστές.
Άραγε να υπάρχουν;
‘H μήπως και πάλι μόνος παίζεις;
Μόνος πάλι πρωταγωνιστής,συμπρωταγωνιστής και κομπάρσος.
Όλοι οι ρόλοι είναι πιασμένοι από εσένα στο δικό σου έργο.
Μήπως τα χρώματα εξαφανίστηκαν;
Όχι,εκεί είναι.
Εσύ δεν μπορείς να τα δεις.

I .A

Πειραματισμοί περί μετανσάρκωσης


Ξέρω να μετρώ
απλά μου τελείωσαν τα δάχτυλα
και πίσω δε γυρίζω.

Μια ληρωμένη γάτα
            κι ένα σκυλί γδαρμένο,

            μου φέρνουνε ποιήματα
των κάδων κάθε βράδυ

και των πεζοδρομίων
ασφάλτου διωγμένα

                      στιχάκια ερειπίων
στίξεις τρακαρισμάτων

ενέσεων και σειρήνων
                       αδέσποτα τραγούδια
ζητιάνοι μ' απαγγέλλουν

όλες οι πόρνες μοναξιές

                        χωρίς παραγγελία
στο πλάι μου πλαγιάζουν

και το φιλί στον ουρανό
                         μου το κοστολογούνε

μνήμη ρακοσυλλέκτρια

τόνα πλευρό μου η πόλη μου

τ' άλλο πλευρό μου οι νύχτες της

                      απόψε
η Αθήνα του σαρακιού μπαστούνι.

Δεν είμαι παλιοτόμαρο απλά μου έλαχε
να επιτηρώ αβύσσους.

Αμήν ελέω Δαιμώνος!

Romanègre Paliãtso

Κυριακή 24 Ιουνίου 2018

Σβήνω;


Πικρά τα χείλη σκίζουν τα μάτια μου
Αδειάζει το μπουκάλι
Ψάχνω στις τσέπες τις τελευταίες μου δεκάρες
Μήπως και αγοράσω τον έρωτα σου.
Πάλι ξέμεινα
Τις τελευταίες τελικά
 τις ξόδεψα στη θλίψη
Τη θλίψη που λάνσαρε το καινούργιο της άρωμα
Το δικό σου.
Στο άδειο σπίτι
Η φωνή του Ανεστόπουλου ραγίζει τους τοίχους
Και μνήμες αναβλύζουν από το κουρασμένο κορμί μου

Singapore Sling

Βουτώντας σε εποχές δίχως μάσκα


"Η ανθρώπινη υπόσταση μας έσπασε.
Αποκτήσαμε την υπόσταση εποχών και γίναμε αόρατοι.
Οι αγαπημένοι μας ποιητές είναι στο τραπέζι μας όποτε εμείς το επιθυμούμε και τους διαβάζουμε με τόση προσοχή και αγάπη. Είναι το πιο αγνό συναίσθημα που μας έμεινε μεγαλώνοντας.
Διαβάζουμε βιβλία που γράφτηκαν φθινόπωρο, όσο πέφταν ξεραμένα τα άνθη, απο κάποιον που ένιωθε χειμώνα - καταχείμωνο με παγετώνες και βροχές όσο διανύουμε την άνοιξη.
Ξυπνάς σε έναν χορό λουλουδιών ενώ μέσα σου παγώνει μέχρι και ο Γενάρης.
Ο δρόμος της επιστροφής είναι φθινόπωρο και άνοιξη μαζί.
Από τη μια ανθίζεις και από την άλλη μαραίνεσαι.
Μου θυμίζεις τον πιο επώδυνο χειμώνα όταν γυρνάω. Τον πιο επώδυνο χρόνο που δεν είχε ούτε άνοιξη, ούτε φθινόπωρο, ούτε καλοκαίρι. Ήταν σαν σφηνάκι ουίσκι. Μια και έξω δίχως αλλαγές ή μεταστροφές.
Χορεύεις στο κρύο και τη βροχή, έχοντας ανθίσει, σαν να είσαι 5η εποχή.
Χορεύεις και ανθίζεις στον χειμώνα με τόσο έντονους και περίεργους ρυθμούς και αναρωτιέμαι γιατί χορεύω και εγώ μαζί σου.
Ίσως τελικά όλοι να έχουν λίγο άνοιξη μέσα τους αλλά δεν θέλω να ξεχάσω το πιο βασικό: που είναι το καλοκαίρι;"

Γιώργος Κ. Ασάφεια

Κυριακή 17 Ιουνίου 2018

Αν με άφηνες να κλάψω


Αν με άφηνες  τώρα θα μπορούσα να κλαίω
Μέρες νύχτες σου λέω
Χωρίς λόγια
Θα έκλαιγα με λυγμούς
Και τα δάκρυα μου αν είχαν
Στερέψει
Το βλέμμα μου στο άπειρο
Θα είχα στρέψει
Τα μάτια μου πρησμένα και
Βουβή κοιτάζοντας  τον τοίχο
Θα λέγατε πως είχα σαλέψει
Αν με άφηνες  τη δυστυχία μου να
Αγκαλιάσω
Να κλάψω γι αυτά που γίνανε
Και γι αυτά που δίστασα
Να κλάψω
Να κλάψω για όλες εκείνες τις φορές
Που δάγκωσα τα χείλη
Να κλάψω για όλα εκείνα τα λουλούδια
Που κόπηκαν πάνω που ανθίζανε τον απρίλη
Αν με άφηνες να κλάψω
Δεν θα σταματούσα
Η ζωή είναι πόνος
Και έτσι πως έχει γίνει
Δεν την λαχταρώ όπως κάποτε την λαχταρούσα

N.M.13

Χειμώνας

Άνοιξα τα μάτια μου.
Ένιωσα τα βλέφαρά μου πιο βαριά από ποτέ.
Ο χειμώνας έχει σκεπάσει το σπίτι.
Η βικτωριανή ταπετσαρία του υπνοδωματίου έχει χάσει το χρώμα της.
Όλα είναι πια αποχρώσεις του γκρι.
Έβαλα τη ρόμπα μου και σηκώθηκα,
Από το κρεβάτι,
που τώρα πια μοιάζει να είναι ο τάφος μιας ζωής που πέρασε.
Μιας ζωής που έφυγε.
Μιας ζωής καιρό ξεχασμένης.
Πήγα μέχρι τι παράθυρο.
Το χιόνι έχει σκεπάσει το χώμα.
Το τοπίο με γεμίζει γαλήνη.
Άνοιξα το παράθυρο και ο παγωμένος αέρας διαπέρασε το κορμί μου.
Ένιωσα να φεύγω απ' το σώμα μου.
Ένιωσα τα μάγουλα μου να καίγονται απ' το χιόνι.
Είμαι ελεύθερη πια.
Είμαι δική σου Χειμώνα.

Β.

Παρασκευή 15 Ιουνίου 2018

άτιτλο


Σκέψεις χωρίς χρώμα, όνειρα γκρίζα και αγχωτικά.
Ξυπνάω απότομα. Εφιάλτες.
Τουλάχιστον κάτι αισθάνομαι.
Νιώθω πράγματα μέσα μου, που δεν ελέγχονται.
Θα ήταν πιο εύκολο να είχα μια δικαιολογία για όλα.
Θα ήταν πιο εύκολο να κατηγορώ, από το να καταλαβαίνω.
Θα ήταν πιο εύκολο να τα διαβάσεις από την οθόνη σου.
Απότομες εκρήξεις χαράς και πίσω στο σκοτάδι.
Τίποτα παραπάνω από ανθρώπινους εθισμούς.
Τίποτα λιγότερο από εθισμούς σε ανθρώπους.
Δεν αποδέχομαι αυτό που είμαι, γιατί είμαι ανταγωνιστικός.
Δεν είμαι τίποτα κακό, δεν γεννήθηκα τελικά μαλάκας.
Απλά πάντα κάποιον ήθελα να κοντράρω.
Και ο μόνιμος αντίπαλός μου, είμαι εγώ.
Κι έτσι δεν χάνω ποτέ.
Μ'αρέσει κι ας μην το παραδέχομαι.
Μ'αρέσουν τα σκοτάδια μου.
Μ'αρέσουν και τα ηλιολουστά μου.
Κι εσύ μου αρέσεις.

έ ρ ω τ α ς

Απουσία



Τοδωμάτιο βαραίνει απότομα στη θύμισή σου
Οι πόρτες ασφαλίζουν συνειδητά
Εγκλωβίζοντας τη θλίψη μου σε τέσσερις τοίχους
Οι κουρτίνες παίρνουν θέση μπροστά απ’ το παράθυρο
Στερόντας μου τη θέα τηςσελήνης
Οι τοίχοι ορμάνε προς το μέρος μου
Ουρλιάζοντας με τη φωνή σου
Τα φώτα του πολυελαίου τρεμοπαίζουν αβέβαια
Συγχρονισμένα με τις άστατες σκέψεις μου
Το είδωλό μου με παρατηρεί με δάκρυα στα μάτια
Ψιθυρίζοντας κατάρες προς το μέρος μου
Η τελευταία γόπα δραπετεύει απ’ το τασάκι
Και φωνάζει σπαρακτικά το όνομά σου

Καμία απάντηση

jf

Ξεψυχάμε


Όταν έρθει ο καιρός
Και μάθω τι θα πεί αντοχή
Τι θα πεί κρύα και άψυχα χέρια
Θα επεκτείνω τις ζωές μας στην αιωνιότητα
Μακριά απο αυτό τον σαραβαλιασμένο κόσμο
Που σε λυγίζει συνεχώς
Μακριά απο την αποτυχία του φωτός
Που δεν έγινα ποτέ για σένα
Θα σε κρατήσω στη ζωή
Θα νιώσω τον κουρασμένο παλμό σου
Θα ανθίσω την παλιά μαραμένη αμυγδαλιά μας
Σου το υπόσχομαι

Singapore Sling 

Ανέτοιμη


όση ποίηση
κι αν
διάβασα
ποτέ
δεν με προετοίμασε
για τα χάδια σου.

Ανώνυμη

Μετά τα μεσάνυχ(σ)τα

Χίλια πρόσωπα ,λέξεις ,όψεις
Διάλεξε μεριά που θα ‘θελες να  κοψεις
Αυταπάτες δε χωρούν τα χείλη δε φιλάνε και ποσο κάνουν 1+1 αρχίζουμε να ξεχνάμε
Στο μυαλό το χάος ,στο σώμα πράος
     και τα μέσα να ταράζονται 
     κάθε που κοιτάζονται
δεν είναι αυτό ένα ακόμα lovesong
είναι η Νιου Γιορκ μετά το βάδισμα του Κινγκ Κονγκ
μπάχαλα ,ντέρτια και ρεμπέτικα
μου ρθαν στο μυαλό σαν τη σκέφτηκα
και το   άρωμα  αυτό    που        όλο              φ    θ     ί    ν    ε  ι
θυμίζει ότι κάτι από  από δάυτην  έχει μείνει

Λώρενς της Βικτωρίας

Δευτέρα 4 Ιουνίου 2018

Αλγία

Έχω έναν πόνο,
κάτω δεξιά στην κοιλιά,
είναι τόσο συχνός που μου έχει γίνει συνήθεια.
Ένα άλγος που έρχεται, φεύγει,
δεν μ’ αφήνει να λησμονήσω την παρουσία του.
Ένας πόνος που με πιάνει κάθε δειλινό,
κάθε που δεν έχω τι να κάνω,
τον νιώθω σε όλη μου την οντότητα,
τόσο που ξεχνάω αν ήταν
στην κοιλιά στο πόδι ή στον πνεύμονα,
τόσο που ξεχνάω αν ήρθε μόνος του,
ή αν κάποιο βράδυ κάτω απ’ τα σκεπάσματα
πήρα το μαχαίρι και το έχωσα γλυκά αργά
στην κοιλιά, στο πόδι, στον πνεύμονα.

Ανώνυμο