Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2018

To soundtrack της Νύχτας


0.  Επίκληση στα ζάρια
1.  Σελιδοδείκτης αχαρτογράφητων επιθυμιών
2.  Το παγκάκι και τα χνώτα μας
3.  Αιθαλομίχλη
4.  Η υγρασία στα χείλη της καυλωμένης κοπέλας
5.  Δώσμου ένα τσιγάρο
6.  Que rien n’ empeche le Bonheur, comme le souvenir du Bonheur
7.  Μάτια καρφωμένα στο παράθυρο
8.  Μήπως φοβάσαι το σκοτάδι; Μήπως φοβάμαι το σκοτάδι;
9.  Nostalgia pt.1
10.Nostalgia pt.2

Ανώνυμο

δεν γελάω ποτέ μου τελευταίος


επιστρέφω πάει να πει
γυρίζω
γυρίζω σημαίνει δεν πέθανα στον δρόμο,
δεν πέθανα δηλαδή
επιβίωσα,
κι όσες φορές σταμάτησα
με τα πόδια κομμένα και στην πλάτη
με την ψυχή λειψή και στο στόμα,
σταμάτησα για μια τελευταία ανάσα
για μια αναγούλα
που μου ήρθε
όπως η αναγούλα
που μου ήρθε
όταν τίναξες τους ώμους μου
πίσω
τα μάτια σου στα μάτια μου και
μου ‘λεγες
να το βγάλω έξω,
βγαλ’ το έξω
μόνο έτσι θα συνεχίσεις
μίλα επιτέλους
πες το γαμώ την Παναγία σου,
κι εγώ καταλάβαινα να αφήσω
τους λυγμούς να ακουστούν
και να αφήσω τα μάτια να τρέξουν
γιατί μόνο έτσι θα στερέψω πάλι,
όπως όταν μου έρχεται αναγούλα
κάθε φορά που θέλω να γράψω,
να γράψω πάει να πει
να στερέψω πάλι,
και οι λέξεις μου βγαίνουν
κομματιασμένες,
μασημένες,
ανάκατες με τα οξέα και τα στομαχικά υγρά
με μπύρες και βότκες,
πιο καθαρές από ποτέ,
καθαρές όσο πάντα,
όπως τώρα που τρέχουν
και βρέχουν τα χαρτιά
και δεν κοιτάω πίσω όποτε τραβάω το καζανάκι,
και παίρνω μια ανάσα από βαθιά,
απ’ το στομάχι,
και σκουπίζω τα κλάματα,
με το μέσα της παλάμης,
και παίρνω τα τεμαχισμένα πόδια μου
και τα αρχίδια μου
στο χέρι
και γελάω με την τύχη μου
που φοράει
το πιο κοφτερό της χαμόγελο απόψε
και την συνηθίζω ξανά
και την αφήνω
να με κλωτσήσει ξανά
ενώ της γελάω
πίσω.

Αλεξάνδρα Επίθετη

Πέμπτη 27 Δεκεμβρίου 2018

Άτιτλο


εθισμένοι στα αιώνια πάθη μας
έτοιμοι να πέσουμε στη φωτιά γι'αυτά
ολόγυμνοι
χωρίς λογική και φόβο
μόνο τρέλα
ποιος θα μαζέψει τα αποκαΐδια μας;

(πώς θα αναγεννηθούμε από τις στάχτες μας;)

Για τον άγνωστο Χ

Γ

Μικρό Οκτωβριανό


Και τώρα που βρήκα καταφύγιο στα σεντόνια του μυαλού σου, τώρα αρχίζει η ηρεμία μου.

Τώρα που το βύθισμα της άγκυρας μου ακούστηκε σ' ολόκληρο το Κρητικό Πέλαγος, μπορώ να ξαπλώσω στο κρεββάτι και να απολαύσω την λεπτή σου παρουσία να περιφέρεται και να χτενίζει τα τείχη της παλιάς πόλης.

Να περιφέρεται και εγώ να την περιμένω να γυρίσει στο σπίτι.

ανώνυμο

Τετάρτη 26 Δεκεμβρίου 2018

Ε

Κάθομαι και χαζεύω τον έναστρο ουρανό
Νιώθω την πνοή σου δίπλα μου να μαλακώνει τα σωθικά μου
Έπειτα χάνομαι μέσα στη θύελλα σου
Και βρίσκομαι ξανά εκεί..
Να χαζεύω τον έναστρο ουρανό
Που με παραπέμπει στο να αφουγκράζομαι τη σιγανή πνοή σου..
Να το χέρι μου
Το άγγιξες
Να ο γυμνός μου μηρός
Τον φίλησες
Αυτή τη νύχτα , δε θέλω να τη ξεχάσεις.

Solis

Σαν



Η φωνή σου λάμπει ηχοχρώματα
Και γαλάζιο ανεμίζει στα χέρια μου
Τα δροσίζει
Σαν το καλοκαιρινό αερικό
Που θύμιζε ηδονή.
Μυρωδιές ονείρου αναβλύζουν
Μέσα στο έρημο τοπίο της Αθήνας.
Τα λόγια μου θυμήθηκαν τον έρωτα
Κατάφερε το στόμα μου να αρθρώσει .
Τα μαλλιά μου μάκρυναν
χαρούμενα
Και η  θάλασσα επιτέλους στέρεψε δάκρυα
Γιατί είχα πίσω χρόνια ξεχασμένα.
Τελευταίο γέλιο
Τα λυμένα κόκκινα κορδόνια σου
Πάνω στις μαύρες μπότες

Singapore Sling

σου΄ρχεται


Όλες οι βαρύγδουπες δηλώσεις ξεκινάνε με μια γελοία και σοβαροφανή φράση, και εξηγώ:
”Θα αναρωτιέστε γιατί σας μάζεψα σήμερα εδώ”
”Πρέπει να μιλήσουμε – We need to talk”
”Είναι ζήτημα ζωής και θανάτου”
”Αφήστε το μήνυμά σας μετά το χαρακτηριστικό ήχο”
και κάπως έτσι φτάνουμε στις διάσημες τελευταίες λέξεις, last words, επίλογο, κύκνειο άσμα που το ακολουθεί χάσμα, απόφθεγμα ή αφορισμός, και τέλος πάντων αυτό που ακούς όταν τους κουνάς το μαντίλι ή χαρτομάντιλο, ή, απλά, το χέρι.
Η αλήθεια είναι ότι με κούρασε λίγο η αναμονή, και από την υπερένταση τρέμουν και τα δάχτυλά μου, ή από τον τριτοτέταρτο καφέ περιμένοντας τα πυροτεχνήματα πιο αντισυμβατικά από ποτέ, κατά την ταπεινή μου άποψη πάντα, έχοντας διανύσει τριακόσιεςεξηντατέσσερις μέρες παραγινωμένης ενηλικίωσης, έχοντας μαζέψει αρκετή συννεφιά για ένα επιπλέον φθινόπωρο, και αρκετή sexual tension  για να φέρω σε αμηχανία ακόμα και τον πιο κουλ και άνετο.
Βάλαμε τα δυνατά μας να κάνουμε την αλλαγή του χρόνου σημαντική, για να αναγκαστούμε να κάνουμε απολογισμό ενός συγκεκριμένου διαστήματος, το οποίο θα αρκούσε για να μας αλλάξει, και η συνειδητοποίηση ότι δε γίναμε άλλοι άνθρωποι  μέσα σε αυτή τη χρονιά που πέρασε μας τρομάζει, ξεχνώντας ότι αυτός ο άνθρωπος που πήρε την απόφαση να αλλάξει μπουκωμένος βασιλόπιτα είναι ο απαράλλαχτος με το φετινό, που του έλαχε να κόψει -σταύρωσέτηντρειςφορές και το πρώτο του σπιτιού- τη φετινή βασιλόπιτα και όχι τις περσινές συνήθειες.
Εθιμοτυπικά και ετήσια τα χόμπι μας τις γιορτές, και αν δεν επαναληφθούν καταλαβαίνουμε ότι η ζωή μας χωλαίνει, δε σκεφτόμαστε μήπως δεν τα χρειαζόμαστε, χρειαζόμαστε να τα χρειαζόμαστε, γιατί αλλιώς δεν καταλαβαίνουμε γιορτές, μάθαμε να είμαστε χαρούμενοι επειδή βλέπουμε γύρω μας να έχουν στολίσει χαρά.
Δε θα σου πω ότι φέτος ο Άγιος Βασίλης έπαθε λουμπάγκο, ούτε ότι τα φωτάκια κάηκαν -που κάηκαν-, ούτε ότι η δουλειά με έκανε έτσι και δεν πρόλαβα να κάνω μελομακάρονα, αυτά είναι δικαιολογίες για να μαυρίσω μέρεςπου’ναι.
Θα σου πω ότι φέτος με πήρε κι εμένα το ρεύμα, το κύμα, η χρονιά αυτή με πήρε και με σήκωσε.
Με έδεσε πισθάγκωνα και το έπαιξα Χουντίνι για να ξεμπλεχτώ και να σου γράψω πριν γίνει για άλλη μια φορά η άμαξά μου κολοκύθα.
Με έφερε επικίνδυνα κοντά στην κανονικότητα και τα διεγερμένα μου ηλεκτρόνια εκτόξευσαν φωνόνια συναγερμού.
Με τίναξε το ρεύμα και με έφερε εκατόνδύο φορές σε οργασμό.
Με έκανε να αμφισβητήσω την διανοητική μου υγεία και ισορροπία και με έκανε να βλέπω εκεί που άλλοι δε βλέπουν.
Με έκανε να βρω πού είναι η ψυχή για να καταλάβω πού πονάω και πού πάλλομαι από ευχαρίστηση.
Μου έδωσε πολλές ευκαιρίες να βάλω τα καλά μου και να τα βγάλω τελετουργικά.
Μου πήρε όμως πολλούς, μου τους σκόρπισε και ενώνω τις τελείες με διαδρομές για να τους βρω.
Δε μου πήρε όμως τη φωνή, ούτε την αφή, ούτε τη γεύση. Μου έκανε το βίο αβίωτο, σε σημείο να μου βγει κυριολεκτικά και να κοιτάζω τα φράκταλς του εμετού  με την αθώα απορία του άρρωστου ή σουρωμένου, αλλά είχα και φωνή, και αφή και γεύση. Μου έκανε το σώμα να τρέμει από το κρύο, το πιάσιμο, τον πόνο, το βάρος, αλλά είχα και φωνή, και αφή και γεύση.
Αρκεί να έχω ακόμα δυο μάτια και δυο αυτιά για να χωρέσουν στην αγκαλιά μου και τα δεκαεννιά που έρχονται. Και όχι, δε μπορούσα να αφήσω τη χρονιά να φύγει χωρίς λογοπαίγνιο, δε γίνεται, σου λέω.
Δεν ξέρω πόσες πρωτοχρονιές έχω ακόμα, και καλύτερα. Έχω όσο χρόνο χρειάζομαι για να σταματήσω να φρικάρω και να ιδρώνω στη βάση της ραχοκοκαλιάς για το νέο χρόνο και τις σπουδαίες του καινούριες μέρες – αλκυονίδες με δόντια σαν βίδες – .
Σε αφήνω λοιπόν, και θα σε δω του χρόνου. Μην αλλάξεις πολύ ως του χρόνου, κουράστηκα να ψάχνω.
Κι αν αλλάξεις, κράτα μου μια καρτούλα με το όνομά μου να σε βρω, ή βγάλε τα γυαλιά ηλίου.
Κι αν είμαι τυχερή, θα κερδίσω το φλουρί τυλιγμένο σε αλουμινόχαρτο και θα σου το στείλω.
Το αλουμινόχαρτο.
Το φλουρί έλα να το πάρεις.

[αρετή]