Κυριακή 17 Μαρτίου 2019

Τζοκόντα

Έπειτα κάθισε στο σκαλοπάτι της αυλής και με κοίταξε
Δεν άντεξα
Της εξέφρασα τα συναισθήματα μου γι’αυτήν
Το πώς πάλλεται η καρδιά μου στο άκουσμα του ονόματός της
Το πώς πεθαίνω όταν αισθάνομαι την παρουσία της δίπλα μου
Το πώς χάνομαι όταν με αντικρίζει
Το πώς αυτοκτονεί κάθε ίχνος δυστυχίας μέσα μου όταν μ’ακουμπά
Το πώς ξαναζωντανεύω όταν ανοίγει γλυκά το  στόμα της και με φιλά.

Λ

Στην Ρ


Εμείς οι άνθρωποι, μόνο ίσκιους βλέπουμε.
Πραγματικότητες σε μηδέν και ένα.
Προβολές συναισθημάτων, σε δακρύβρεχτες οθόνες.

Τα γυαλιά στάζουν.
Τα γυαλιά, μας σπάζουν.

Εμείς οι άνθρωποι, ξεχάσαμε να γυρίσουμε το κεφάλι προς τον ήλιο.
Όχι από το φόβο να τυφλωθούμε.
Μα ξεχάσαμε πως αυτός,
είναι εκεί .

Και εγώ ξέχασα.
Ξέχασα και τους μύες του αυχένα.

Εσύ,
πήρες τον ήλιο και μου τον έφερες μπρος στα μούτρα.
Τόσο κοντά που είδα το υδρογόνο να απεργάζεται το ήλιο.
Με ένα σου χαμόγελο,
έκρυψες τις σκιές πίσω από το ηλιοστέφανο σου.

Όταν έφυγες απ’ την αυλή μου,
το χαμόγελο μου έλιωσε•
πίσω από την κάψα των σκιών που με περιέβαλαν.
Και γινήκαν πιο μεγάλες
και πιο τρανές από ποτέ.
Τόσες ,
που τα όνειρα εμοιάξαν πιο αληθινά από το ξύπνιο.

Θα φωτίσω κάποτε.
Το νου μου.
Με κεριά από λευκές κορδέλες , φυλαγμένες.
Με φανάρια από γλώσσες , μετρημένες.
Με λαμπατέρ καμωμένα από κεράσια.

Με το όνειρο .

Και τότε θα σπάσει σαν λυγμός η λήθη μου.
Θα απλώνεσαι μπροστά μου όμορφη και αρκετή.
Το στεφάνι θα ανοίξει σε περισσότερα.
Ο κόσμος όλος θα είναι ένα στεφάνι.
Ένα στεφάνι που καίει υδράργυρο.

Και τα μάτια σου,
θα είναι ο ίσκιος που απλώνω την ψυχή μου να ξαποστάσει.

5:38 π.μ


Τελικά με το να μετράς προβατάκια δεν σε παίρνει ο ύπνος πόσο μάλλον χαμένους έρωτες.Θα ρίξω το φταίξιμο για τις αϋπνίες στους πολλούς καφέδες που ήπια και όχι στο μόνιμο θέμα που σκέφτομαι πριν κοιμηθώ. Κάθε φορά νιώθω και πιο αξιολύπητος όταν γράφω για εσένα καθώς ξέρω ότι ποτέ δεν θα διαβαστούν απ'τα δικά σου μάτια και κάθε φορά λέω ότι θα είναι και η τελευταια. Νιώθω σαν έναν χρόνιο ναρκομανή που λέει με αποφασιστικότητα ότι θα σταματήσει και παράλληλα τρυπιέται. Σήμερα σκεφτόμουν πόσο με έχει γοητεύσει το ονοματεπώνυμο σου όχι σαν λέξεις αλλά σαν σχέδιο, άλλοι ερωτεύονται τα νούμερα των τηλεφώνων. Εγώ έτυχε να ερωτευτώ το σχέδιο που αφήνει πάνω στο τηλέφωνό μου το ονοματεπώνυμο σου. Δοκίμασε να το δεις θαμπά και θα καταλάβεις τι περίπου εννοώ. Μπορεί αυτές οι παράξενες σκέψεις να ευθύνονται στο ότι έχω καιρό να σε δω και έτσι ψάχνω κάτι καινούριο από εσένα να ερωτευτώ. Ίσως αν συνέχιζα να σε βλέπω και παρέμενα ερωτευμένος με το φαγωμενο σου πρόσωπο και το εκκωφαντικό σου γέλιο στην κάθε σου κλήση να έβλεπα μια απλή αλληλουχία γραμμάτων.

Bueno

Άτιτλο


Μέσα στις σιωπές κατάλαβα πως μπόρεσε η αλήθεια να ξεπροβάλει .

Τα μάτια είναι αυτά που πάντοτε λένε την αλήθεια και για αυτό σιωπούν .
Για αυτόν τον λόγο εκφράζονται βουβά ,
δημιουργώντας σύννεφα και ύστερα καταιγίδες .

Σαν κοιτούσε ένθεη το πρόσωπό του γιόρταζε δειλά δειλά
Σαν παιδί που κλέβει πονηρά από το βάζο το γλυκό .

Όπως αισθάνεται η γη το πρωτοβρόχι , έτσι ένθεη αισθανόταν κάθε του συναίσθημα .
Τύχη και ευλογία να σε σκεπάζει η ενσυναίσθηση και να καλύπτει τη μοναξιά.

Δειλά δειλά γιορτάζοντας με το φεγγάρι έδυε ξανά και ξανά .

Ανώνυμο

Αντίστροφη στροφή.


Πνίγεσαι στο εδώ
Σώζεσαι στο εκεί
Έχοντας την ελπίδα για σύντροφο
Τώρα...
Κατάλαβες την απάτη
Κατάλαβες την ελπίδα
Πνίγηκες!
Το τέλος γίνεται αρχή διαβάζοντάς το αντίστροφα.


Lluvia

Το όνομα στο κουδούνι δεν άλλαξε ποτέ


Σου ήρθαν τα νέα;
Ξενοίκιασα. Πάει κι αυτό.
Τα χνάρια μου σβήνουν ένα-ένα,
σαν θλιβερή αλληλουχία.
Να δεις, σε λίγο
θα είναι σα να μην υπήρξα ποτέ.
Να το δεις, ε;
Σου έκανα κι αυτή τη χάρη.
Μου είπαν πως το όνομα στο κουδούνι δεν άλλαξε ακόμη.
Ξέχασαν, βέβαια, να αναφέρουν εάν
ένα "σ’αγαπώ” γραμμένο με στυλό,
συνεχίζει να καταπατά το επίθετό μου
κι εάν, στην τελική, υφίσταται ακόμα,
ως τελευταία πράξη ενός σύμπαντος
που και υπήρχαμε και αγαπιόμασταν
και μας ένοιαζε αρκετά, ώστε να το αποτυπώσουμε.
Τώρα πια, από κάποιο άλλο σύμπαν,
σβήνουμε και γράφουμε τον μεγάλο μας επίλογο.
Εγώ γράφω,
εσύ σβήνεις.
Εγώ ονειρεύομαι την χάρτινή μας πόλη,
κι εσύ κρατάς τα σπίρτα στα χέρια σου.
Τι λες;
Θα της βάλεις φωτιά;

Ανώνυμο

Πώς το λένε


Αυτό δεν ήταν έρωτας /γουστάρισμα  / πάθος ή όπως αλλιώς το λένε τελοσπάντων
Ήταν ελπίδα
Μια κατάσταση δίνης που ρουφούσε ενέργεια, συναισθήματα, όρεξη για ζωή
Μια κίνηση δύο παράλληλων γραμμών που τεμνόντουσαν
Όταν εκείνος το επιθυμούσε
Και εκείνη ακολουθούσε, έρμαιο των προσδοκιών της για κάτι πιο έντονο
Για έναν έρωτα / μια έλξη δύο σωμάτων ή όπως αλλιώς το λένε τελοσπάντων
Ήταν σύγκρουση μιας γραμμικότητας από την πλευρά του και
Μιας ελπίδας για ένα πλοτ τουίστ από την πλευρά της
Και στο μεταξύ ένα εκκρεμές συναισθημάτων, μια ανάγκη επαναπροσδιορισμού
Του εαυτού της
Μια προσπάθεια άμβλυνσης των συναισθημάτων της από γκρίζες ζώνες
Και όταν έρχεται εκείνη η στιγμή της συζήτησης και του επαναπροσδιορισμού
Του δυαδικού συστήματος που έχουν ορίσει
Βγαίνουν στην επιφάνεια λέξεις χωμένες από τα έγκατα του συναισθηματικού της κόσμου
Για να ξαναπεί άλλη μια φορά στον εαυτό της το επανειλημμένο ψέμα:
Είμαι κουλ ή καλύτερα πρέπει να γίνω
Για να έρθει ο έρωτας / η κάβλα ή όπως αλλιώς το λένε
Η ματαιότητα στα καλύτερά της και
Η προσδοκία / ελπίδα ή όπως αλλιώς το λένε στα χειρότερά της

μαύροι κύκλοι