Παρασκευή 22 Δεκεμβρίου 2017

Εάν κατείχα την ζωγραφική τέχνη


εάν κατείχα την ζωγραφική τέχνη

τρείς εφήβους θα είχε ο πρώτος πίνακας
με χαμόγελα πλατιά και δάκρυα στα μάτια
χρώματα που θα `ταν ζωηρά
απόγεμα προς βραδάκι

ο δεύτερος
έναν εργάτη με δύο σακούλες σκουπιδιών
γεμάτες αποφάγια
να τις πηγαίνει προς τον κάδο
εμφανώς να γέρνει προς τα `ριστερά

ο τρίτος
μία γάτα νεκρή στις λευκές λωρίδες 
επί ώρες να κείτεται
κάθε τροχός να `χει περάσει από πάνω της, χαϊδεύοντας τη

οδηγό λεωφορείου
ο τέταρτος
φαγωμένο από σκέψεις
ακόπιαστη δουλειά, μα χαράμισε ζωή
με υπομονή και πίστη για το πράσινο φανάρι

ο πέμπτος και τελευταίος 
να ήταν ολόμαυρος
που κάθε μέρα θα τον πέρναγα ένα χέρι
δίχως δόση καλλιτεχνίας

σαν που καταριέται την ώρα και τη στιγμή
σαν που θέλουν να πουν, μα φοβούνται
σαν που θέλουν να κοιτούν στα μάτια
σαν που λαχταράνε να πλαντάξουν στο κλάμα
σαν που παρακαλούν για ένα άγγιγμα
σαν που δειλά και με τρόπο αφηγηματικό αγγίζουν
σαν που μιλούν μα ντρέπονται και σωπαίνουν
σαν που έπαψαν να περπατούν, παρά από μέρος σε μέρος στέκουν
σαν που εγκλωβισμένοι μέσα σε σώματα
σαν που δεν έχουν να πάν` αν βγούν από το σπίτι
σαν που κάθε μέρα λεν` τις ίδιες λέξεις
σαν που κάθε μέρα είναι ίδια
σαν που τους πλήγωσαν οι άνθρωποι
σαν που περνούν τα χρόνια και το παίρνουνε κατάκαρδα
σαν που ο έρωτας αργεί και με προσμονή ζούνε
σαν που το στόμα π` αγαπούν ποτέ δεν άνοιξε μια κουβέντα να λαλήσει
σαν που τα χέρια π`αγαπούν ποτέ δεν κράτησαν πραγματικά, σφιχτά
σαν που παντρεύτηκαν νέοι και φορτώθηκαν ο ένας στον άλλο
σαν που τριγυρνά στους δρόμους με μία αγέλη σκύλων
σαν που μεθοκοπάει κάθ` εσπέρα
σαν που μελαγχολεί η ομορφιά
σαν που αναμένεις αδιάκοπα

έτσι θα ζωγράφιζα τους πίνακες μου
περίτεχνα
δε θα ξεχώριζαν από φωτογραφίες
με μεράκι θα τους έφτιαχνα
δίχως πινέλα
με τα δάχτυλα μου
και το σπίτι μου θα στόλιζα
όλη μέρα να τους βλέπω

παρά μόνο εκείνον
τον μαύρο
θα τον κλειδαμπάρωνα γερά
σε μέρος μόνο για με
κι αν τυχόν ποτέ
μ` ευλάβεια έρχονταν δυό μάτια τίμια και καθαρά
ρωτώντας με για `κείνον τον πολυδουλεμένο καμβά
τα χέρια μου θα του`δειχνα
κατράμι μέσ`στο χρώμα του σκοτιδιού

κι αν μου τ`άγγιζε
γλυκό για με θα ήταν
με τόσο θερμά χέρια
μαλακώνει το χρώμα κι αφαιρείται

Οργή για σκέψη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου