Πέμπτη 3 Νοεμβρίου 2016

Διάλογος του προδότη με το Ον



Σ.Κ.: Ποιος δικός μας;
σαν τους μπάσταρδους κανείς
φυλή της λασπωμένης Γης
μη τρίζουν τα κόκαλα των
γνήσιων ανθρώπων
όχι σαν μακάβρια παράσιτα
σα ζούμε τώρα στα «όομα» του
αφομοιώνοντας, πάντα λαγνά
κολυμπώντας με τον κύριο ψέμα
κοροϊδεύοντας τον, μέγα εαυτόν
εμείς τώρα, αυτός τότε, σχέση καμία
δυο κόσμοι ανάποδοι, του όντος κρυψολαγνεία:

Α.: Ον, βλέπεις; Μιλάω, δες
ένας άχρηστος κουνάει το κεφάλι του
περιμένει το ποτήρι του, φοβάται το ποτήρι του
συ ει, η αλήθεια που εκφράζεται απελπισμένα
στην ώρα επαφής μας, με τον καθένα, ψυχολογώντας


Ον, σου μιλάω, ίσως μάθεις κάτι, άκου
του τρελού του πίσω δωματίου, τα αερολόγια
να πίνει νερό στο όνομα της παράνοιας του κρύου
αφιερώνει τραγούδια στο φανταστικό, εδώ κόσμεχειροκροτάμε
φοριέται, ανάποδα φοριέται η μπλούζα σου, μικρέ μου φίλε


Ον, τότε τραγουδούσαμε, ακόμη τραγουδάμε
στα πιο αισχρά χαρακώματα μιας απύθμενης ντροπής
στο πιο ανεπαίσχυντο κοινό της ειδεχθούς πραγματικότητας
με τα πιο κολασμένα όργανα της καταραμένης θλίψης
αφιερωμένο, ον, αφιερωμένο στις ελπιδοφόρες κόρες που πονάω

Άγγελος Ηλιάδης

Επαίρεται.


Κομπάζει διαρκώς
(το γιώτα αυτό καταμεσής
για χρόνια το αγνοεί).
Το στόμα του,
τα κοραλλιά τα χείλη,
πως αγκαλιάζουν τρυφερά
το κάθε γράμμα,
την κάθε συλλαβή!
Πομπώδεις λέξεις,
έντονες χρησιμοποιεί
κι ανάγει τις παρόλες του
σε λόγια τάξεως πρώτης,
τί ματαιότης!
Με βλέμμα υψιπετές
επαίρεται,
μα μέσα του θρηνεί,
για τίποτα δε χαίρεται.

Μύκονος, Φεβρουάριος 2016.
Stratos Alismonitos

Εγώ, ο σαρδανάπαλος



Εν αρχή αφομοιώνομαι στο ανένταχτο
προσδιορίζομαι επιθετικά και χωρίς να ορίζω
ορίζομαι ως ένας

εν συνεχεία περιπλέκω την ύλη
εμπαίζω τα συναισθήματα τροφοδοτώντας ανδρείκελα
γεννάω τέχνη κι αυτοστιγμεί την κατακρεουργώ

εν γένει ήμουν το χάος, η σκέψη,
ο λόγος,
το άλογο, το παράλογο, το εύλογο
έγινα η αρχή, η μέρα, το μεσημέρι, τ'απομεσήμερο
θα υπάρξω ως νύχτα

Εν τέλει, δεν είμαι καν
εγώ,

Stratos Alismonitos

Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2016

Αρκετές λάμπες

ναι τα πιο λεφκα φωτα της βιβλιοθηκης, οχι οι σκιεροί δρόμοι της πολης που μεγάλωνα, οχι οχι. τα φωτα εδω, πυροδοτουν δίνες, παραλλίες, σκοποβολή, με πετυχένουν στο λεμο με πετυχαίνου ξώφαλτσα στο κεφαλόσκαλο και σουμα, χωμα λεξεις τριγμοι,
μου λέγει, τελικά: όλοι αλεθονται, οι ανθρωποι ερχονται και διασκεδαζουν μασανε φτυνουν πανω μεσα γυρω παντου, πυγολαμπιδες ψυχοραγουν εγω εσυ εσυ εσυ εσυ εσυ εσυ εγω, ψυχοραγουν, παραμονευουν τα παθη παντα παντα περιμενουν, δεν μιλαω, αν μιλησω ολα θα καταστραφουν, μπαινω κατω απο δεκα κιλα κοπρια, ανασαινω οργανικη λαμπερη επιδερμιδα, αναπνεω αργα, μασασ αργα αργα. χορευω καν καν με το σαγονι ιχουν αχοι κ μεις μαζι σ ενα φλυτσανι τσάι τσίντσερ λεμον, ηχω κι εγω βαριανασώ και μεστην ακρατη σιωπη που μου ειπανε να κρατησω για μια βδομαδα θεραπια, γευομαι το μελλον ινε στυφο στινγκο παρατολμο, ειναι αποτυχια, περιμενε βιαζεσαι, ειναι καταστροφη, η καρδια τρυπιμενη, και εγω και συ και συυυ. ναι τι.

Φουαβώ Επινάρ

Ασφυξία



Όλοι τη φωνάζαν ασφυξία
στον δρόμο την κοιτούσαν οι περαστικοί
κάνε κουράγιο της είπαν
κρεμάσου από το σκοινί
όλο και κάποιοι θα ‘ρθουν να σε σώσουν

κι αυτή περίμενε μες στη βροχή
μέχρι που έφτασε μια στιγμή
και στον θεό απευθύνθηκε
μέχρι να βρει την τελευταία της
αναπνοή από τον θάνατο για να σωθεί
μην και οι εφιάλτες της να την προδώσουν

καμιά δεν έλαβε απάντηση ποτέ
ώσπου στο σούρουπο έγινε μπλε
από την πίεση στο λαιμό στο σώμα
βαθιά χαράματα πέφτει σε κώμα
κι έρχονται γείτονες και την κρατούν
μη φύγεις μόνη τη χαιρετούν
και τη μαζεύουν μη και μυρίσει
το πτώμα το άρρωστο μη και σαπίσει

Κλέλια Φρονιμάδη

Γιατί δεν θέλω να πεθάνω



Αυτά τα χείλη σου
που σαν σαράκι
τα τρώω κάθε πρωί
τις φλέβες που σου
χαϊδεύω τ’απομεσήμερο
τα στενά του κορμιού σου
που τα περιδιαβαίνω
τακτικά

αυτά σκέφτομαι
πριν πατήσω τη σκανδάλη
και είναι ένα υπόγειο σκοτεινό
που με περιβάλλει
ο κόσμος θαρρεί πως
βλέπει τον ήλιο
αλλά είναι όλα κρύα
παγωμένα
και ο καπιταλισμός
μας τρώει τα σωθικά

Σαντιάγο Ροβέρτο

Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2016

Καλοκαίρι/Αύγουστος 2016


Οι βραδινές κουβέντες με τη θάλασσα πλάι στα μουράγια γεμίζουν αλμύρα το στόμα μου. Ο παφλασμός των κυμάτων σκορπάει σταγόνες στο πρόσωπο μου. Μπαίνουν στα μάτια μου και με τρυπάν, με τσούζουν. Κι είναι όπως κάθε φορά που θυμάμαι κι όπως κάθε φορά που ξεχνάω, όπως κάθε φορά που θέλω να ξεχάσω. Αλμύρα και σεβντάς σε όλο μου το πρόσωπο, όλη ή θάλασσα που κρύβω και με πνίγει βγαίνει από μέσα μου, κοκκινίζει τα μάτια μου.
Κοκκινίζουν και τα στόματα καμία φορά, αυτά από έρωτα και κάθε που βγαίνουν τα κεράσια τον Μάη και αφήνουμε τις ψυχές μας να αναστενάξουν στο λιόγερμα.
Θέλω πολλά να σου πω,οι σκέψεις μου χάνονται, ξεχνάω και κάποτε τα πράγματα μένουν τόσο σιωπηλά που είναι βέβαιο ότι θα ήθελαν να μιλούσαν, αλλά έχουν χαθεί, έχουν γίνει αέρας και αν αυτός ο αέρας σε κρυώνει είναι γιατί ή ιστορία που σου γράφω μπορεί και να είναι θλιβερή!

Σοφία Ρουμπαγιάτ