Δευτέρα 25 Οκτωβρίου 2021

Αυτός ο κύκλος που δεν κλείνει


Κρίσεις πανικού, ταχυκαρδίες, αυτοάνοσα...

Ήσουν πάντα φιλάσθενο παιδί 

Εθισμένο στον πυρετό και στο πύον

Αναλγητικά, αντιβιώσεις, χάπια...

Τώρα δεν μπορείς να πατήσεις το πόδι σου έξω από την πόρτα του σπιτιού σου

Ψυχοθεραπείες, λευκό ρούμι, ξημέρωμα Κυριακής...

Αποφεύγεις την πολυκοσμία 

Κλείνεσαι στον εαυτό σου

Τάσεις εμετού, ζαλάδες, κρύος ιδρώτας...

Ερωτεύεσαι ανθρώπους και καταστάσεις που οδηγούν σε αδιέξοδα

Αναφυλαξία, φαγούρα, κορτιζόνη

Επισκέπτεσαι πιο συχνά το κρεβάτι του γιατρού από τους γονείς σου

Ενοίκιο, λογαριασμοί, κοινόχρηστα

Έμεινες ρέστος και πάλι

Τα μάτια σου λιώνουν μπροστά από την οθόνη

Κρίσεις πανικού, ταχυκαρδίες, αυτοάνοσα...


L'appel du vide

Και λίγο ενοχικό θα το χαρακτήριζα πλέον.


Ήθελα,

να ήμουν διάφανη.

Διάφανη εντελώς.

Να μη χρειάζομαι λέξεις και σχήματα,

ή διάφανα να 'ναι κι αυτά, ολόγυμνα,

γυμνά ακόμα κι απ' τον εαυτό τους.

Γυμνή ακόμα κι από εμένα.

Θέλω έτσι

αργά να με γδύσω, για να μην κρυώσω κιόλας.

Να μπορείς να δεις έπειτα

μέσα μου αυτά που νόμιζες για κρυμμένα.

Μα δεν τα 'κρυβα ούτε εγώ ήξερα που είναι.

Να βλέπεις ακόμα και του σώματός μου τη διαφάνεια.

Τα μικρά μου αιμοσφαίρια

να βολτάρουν σε χάρτινες βαρκούλες

σαν παιδιά με γόνδολες

που βγήκαν για ψάρεμα μια μέρα με ήλιο. Κι αυτά, πρώτη φορά ν' αντικρίσουν τις ψιχάλες της βροχής και να συγκινηθούν.

Να βλέπεις, 

ότι όταν κάνω μια κίνηση χορού,

το σώμα από μέσα, περισσότερο χορεύει.

Να βλέπεις, 

πώς όταν σε κοιτώ, όλα σε κοιτούν.


Μ. Κατς

Κυριακή 17 Οκτωβρίου 2021

Έρωτας


Πράξη 1


Στάδια δύο

Δεν γνωρίζω

Δεν ξέρω τίποτα απολύτως για το Άλλο


1

Κοιτάζοντας, αστραπιαία γίνεται καθρέφτης. Ανοίγουν οι κανουλες του πνευματικού αφ'Εαυτού και χύνονται όλα τα όνειρα μαζί με την ολότητα του είναι της ψυχής. Ερωτεύομαι Εαυτόν μέσα από το Άλλο.


Ο λόγος, οι κινήσεις, το τραγούδι, ο χορός, τα ποιήματα, γίνονται δίαυλος. Μέσα από αυτό το μαγικό καλειδοσκόπιο 

ερωτεύομαι το Άλλο παρατηρώντας.


Πράξη 2


Γνωρίζω το Άλλο

Όσο περισσότερο το μαθαίνω, αδυνατεί η απόλαυση, η χαρά της ανακάλυψης. 

Ο έρωτας μεταμορφώνεται σε ένα άχρονο παιχνίδι.


Πράξη 3


Έρωτας τέλος.

Κενό


Πράξη 4


Η βαθύτερη κατανόηση του Άλλου επαναφέρει την ευχαρίστηση ξανά.

Ο έρωτας ζωντανεύει πλέον το σούρουπο, μέσα από τις θύμησες. Ανάδυση υψιπετους.


Αναμνήσεις για το Άλλο ή με αφορμή το Άλλο


Μ. Μαλέας

Για την Δήμητρα/ Για τον Δημήτρη


Ήχοι πριν από τον μη-επιβεβαιωμένο θάνατο της

Έρχονται από το παράθυρο και τα ανοίγματα•

Ήχοι επαναληπτικοί, ήχοι που ψιθυρίζουν κάτι,

Χωρίς να μιλάνε,

Ήχοι μεταλλικοί, ήχοι ανεπαίσθητοι,

Ήχοι φαντάσματα.


Έρχονται και μπαίνουν και ακούγονται,

Από την βεράντα μας, στην Λέσβο.

Ήχοι που δεν ξέρουν τι να περιγράψουν

για εσένα.

Ήχοι που φέρνουν την ανάμνηση, την γλύκα,

την γοργόνα.


Ήχοι ανάμεσα στην θάλασσα,

που χωρίζει εμάς από τους άλλους,

εκείνη από εμάς,

εμάς από την δυνατότητα μας να πιστέψουμε πως κάτι-

-μπορεί και να αλλάξει.

Ήχοι που χωρίζουν αυτές που ζουν 

και εκείνες που δεν αξίζουν να.


Οι ήχοι που έρχονται απ’έξω,

Ήχοι που δεν σταματούν,

Ήχοι που δεν σε ρωτούν,

Ήχοι που δεν δίνουν την απάντηση.


Απόψε κάνουμε βόλτες,

Πάνω-κάτω τον λιμενοβραχίωνα.


Και εκείνοι που σημάδευαν με τα όπλα τους,

έχουνε φύγει.


Και δεν ακούγεται τίποτα.


Psyborg Reborn


Σάββατο 16 Οκτωβρίου 2021

Άτιτλο

 


Αύγουστοι περνάνε αδειανοί 

ψάχνοντας φώτα κίτρινα σε δρόμους πόλεων 

για να φιληθούμε κάτω από το φως της πυρακτώσεως 

Φωτιά να πάρουμε και εμείς να φωτίσουμε λιγάκι τα σκοτάδια μας

Μα περνάει ο Αύγουστος σιωπηλά και ύπουλα μπαίνει ο Σεπτέμβρης

Ξυπνάμε μαζί σε στρώματα σκληρά και λερώνουμε τα σεντόνια με υγρά 

Πλάι μου αν μείνεις τον Οκτώβρη, 

θα βρω τα πιο όμορφα κίτρινα φώτα 

και ένα δρόμο ασφαλή και ερημικό 

και θα σε φιλήσω σαν να είναι η τελευταία φορά

Αυτούς που αγαπάνε τον Αύγουστο τι να τους κάνω; 

Τον Οκτώβρη με φώτα κίτρινα και λάμπες πυρακτώσεως θα σε ζητώ,

και ας σε γνώρισα τον Αύγουστο.


Βασίλης Χ. 

Μισοί


Τώρα μείναμε μόνοι.

Τώρα σα σκυλιά γλείφουμε τις πληγές μας.

Τώρα χαϊδεύουμε το στήθος μας κρυφά για να δώσουμε θάρρος στην καρδιά μας να συνεχίσει να χτυπάει.

Τώρα μόνοι γυρνάμε σπίτι το βράδυ, κλείνουμε τα φώτα και σκεπαζόμαστε ολόκληροι για να ζεσταθούμε. 

Τώρα τυλίγουμε την κουβέρτα γύρω μας, σφιχτά, για να θυμηθούμε μια αγκαλιά. 

Τώρα το κρεβάτι ξαφνικά μοιάζει πολύ μεγάλο και φοβόμαστε μήπως μικρύναμε εμείς. 

Τώρα νιώθουμε μικροί, δεν ξέρουμε να περπατάμε, μόνο μπουσουλάμε, ξεχάσαμε πως μιλάμε, μόνο κλαίμε. 

Τώρα κοιταζόμαστε στον καθρέπτη και ξέρουμε ότι δεν είμαστε εμείς. 

Γιατί εμείς μείναμε μισοί, κάτι λείπει, κάτι ουρλιάζει, κάτι σωπαίνει. 

Γιατί εμείς, βλέπεις, τώρα δεν ζούμε, παρά υπάρχουμε. 


O. N. 


Κυριακή 3 Οκτωβρίου 2021

Το μερτικό του έρωτα


Τι να ναι άραγε αυτό που τόσο δα λίγο καιρό μαζί σου σφιχτά πολύ με δένει,

ίσως να ναι κάποιο μερτικό που η ζωή φύλαγε για κάποιον που στον έρωτα για πάντα θα επιμένει.

Μα και αν πάλι θα διαβώ κάποιο δρόμο σκοτεινό μες στην ρωγμή του κόσμου, κάπου στην σωτηρία της ψυχής θα περιμένω να φανείς και σταθείς εμπρός μου.


Διάτρητος

Άτιτλο

 ο έρωτας πληρώνει και πληγώνει

να και τα ρέστα

να και τα κλάματα


όταν δε ξέρεις 

από που σου ήρθε 

μπορείς πάντα 

να ρωτήσεις κάποιον εκεί κοντά. 


πέτρες ερείπια σεισμοί 

μετασεισμοί συντρίμμια 

τα καινούρια μου παπούτσια 


ο αέρας περνά από πάνω μας 

αυτές τις δύσκολες ώρες

και φεύγει


νούμερο τριάντα εννιά 

με χτύπησαν λίγο στη φτέρνα


Αθηνά Αθηνά

Κάποτε

 


Κάποτε πίστευα πως θα με γεμίσουνε οι νίκες,

κόντρα σε αόρατους ανθρώπους.


Κάποτε πίστευα πως οι δίνες,

έκαναν τρωτούς τους ατρώτους.


Κάποτε στο σώμα μιας, δυο, δεκάδων γυναικών,

είχα συνηθίσει το αδύνατο να αναζητώ.


Κάποτε σκέφτηκα τους όρους να αλλάξω,

και την αγάπη να αποτινάξω.


Κάποτε έτρεξα στο σκοτάδι μου για να κλειστώ,

από το φως του Ηλίου να σωθώ.


Κάποτε θεώρησα πως για να με βρω,

πρέπει πρώτα από όλα να χαθώ.


Κάποτε κοίταξε στις καρδιές τον άλλων,

μα την δική μου άβυσσο κοίταζα μάλλον.


Κάποτε με έλουσα βενζίνη και άναψα φωτιά,

κι έψαχνα άλλους καμένους για παρηγοριά.


Κάποτε πίστεψα πως για όλα έφταιγα εγώ,

και σαν πρόβλημα ότι έπρεπε να λυθώ.


Κάποτε αντέδρασα και είπα πως οι άλλοι φταίνε,

μα με σταμάτησαν τα μάτια σου όταν κλαίνε.


Κάποτε σκέφτηκα να τα βάλω με τον Θεό,

μα στο σκοτάδι μου υπάρχω μόνο εγώ.


Κάποτε σκέφτηκα στο ραντεβού μας να αργήσω,

μα στην ιδέα να με θρηνείς δεν άντεχα να ζήσω.


Κάποτε σκέφτηκα πως όλα τα έχω σκεφτεί,

και για να μην μείνω μόνος μου άρχισα απ’την αρχή.


Κάποτε είδα πως για να σε συναντήσω,

πρέπει να πάψω την φωτιά να προσπαθώ να σβήσω.


Αρμάνδος Σ.

Διαστημόπλοια

 


Αν και δεν έχω μπεί ποτέ,

η λέξη διαστημόπλοιο με συγκινεί.

Φαντάζομαι ενα σύμπαν-θάλασσα με αστερ(ι)ες.

Άσε που δεν ειναι σκάφος, δεν λεγεται κενοπλάνο,

είναι πλοίο και προσανατολίζεται απο αρχαίους κινούμενους φάρους.

Στην πορεία του αποσυντίθεται 

και τα μεγαλύτερα κομμάτια του 

χάνονται στο σιωπηλό σκοτάδι

-βασική προ-υπόθεση για να φτάσει στον προ-ορισμό.

Δασκαλοι τα διαστημόπλοια, υπενθυμίζουν πως

χρειάζεται να χασεις καποια κομμάτια

για να περπατήσεις στον ήλιο ή τη σελήνη σου.


ody


Στροφή 180


Θες να σου πω τι είναι ποίηση;

Τα θυμωμένα μας λόγια πάνω σε άγριους τσακωμούς

Ο μεταλλικός σταυρός που κρεμόταν στο λαιμό σου

Ο χορός δίπλα στο ποτάμι

Το κάπνισμα στο παράθυρο της κουζίνας

Οι βόλτες στις 3 το πρωί

Το ποδήλατο σου στην είσοδο μου

Το φούτερ σου στο κορμί μου

Τα χέρια σου στο κορμί μου

Το όνομα μου απ' τα χείλη σου

Το άρωμα μου στα σεντόνια σου

Η αφιέρωση στο βιβλίο για τη γιορτή μου

Τώρα πια

Πάνε τα θυμωμένα λόγια

Ο μεταλλικός σταυρός σου, τι απέγινε;

Το ποτάμι κυλάει άχαρα και οι βόλτες είναι ασφυκτικές

Το σπίτι το ξενοίκιασα

Το φούτερ σου το δώρισες

Τα χέρια σου πονάνε

Το όνομα μου δε θυμάμαι

Το άρωμα μου έχει αλλάξει

Το βιβλίο σου χαμένο στο ράφι

Και εγώ συνεχίζω να σου εξηγώ τι είναι ποίηση


L'appel du vide