Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2019

Άτιτλο


Κοιταξέ με πως παίζω
με το κεφάλι του χρόνου
ασώματο, αρχέγονο, μη χωρικό, μη γραμμικό και ασυνεχές
μα με κερδίζει πάντα
των κεκτημένων η φορά.

Κοιταξέ με πως παίζω
με το κεφάλι του χρόνου
θεότητα μίας μη αναστρέψιμης τάξης
κάθε φθινόπωρο
το καλοκαίρι χάνει τα νεογιλά του δειλινά.

Κοιταξέ με πως παίζω
με το κεφάλι του χρόνου
κίνηση ακαθόριστη
των γεγονότων και της ύπαρξης
ξεκλείδωτες πόρτες
μα πάντα θα κοιτάμε
πίσω από κλειστά παράθυρα.

Ιφιγένεια Δεριζιώτη

Ένα κτίριο: το σώμα μου


με πόρτες μη λειτουργικές
χωρίς μεντεσέδες,
καθώς οι μεντεσέδες στην εποχή μας
γίνανε λάφυρα
πολέμου•

ποιός θα το 'λεγε;

με σοβάδες να πέφτουν
κάθε πρωί
δυο-τρια κομμάτια,
κάθε πρωί,
κι άλλα τόσα κάθε βράδυ.

φθορά και αποσάθρωση.


με τοίχους
που πλέον μετά βίας συντηρούνται
με λίγο νερό
και σκόνη.

μα κι εσύ,
μη περνάς απ' έξω
-τη γη μου σείεις,
κι η γη όταν σείεται
      οτιδήποτε ασταθές
τείνει να πέσει-
τείνει προς το κέντρο της.

μη πατάς βαριά
και μη φέρνεις μαζί σου
κι άλλα πόδια.

οι πόρτες πέφτουν,
σα κόλλες χάρτινες.
οι σοβάδες
είκοσι δύο, είκοσι τρία κομμάτια
τη φορά,

πέφτουν προσεκτικά,
μη τυχόν και σε πλακώσουν.

αυτό είναι δείγμα αγάπης:
άλλοι βγαίνουν στα μπαλκόνια,
να σε δουν
άλλοι τα ρίχνουν,
μη σε δουν.

αυτό είναι κάλεσμα αγάπης:
να φωνάζεις σε αυτά να βγω,
κι ας είναι έτσι
ευκολότερη η πτώση.

άσε με ήσυχο
     εσύ
           και η•
                    αγάπη σου.

έχω ένα φως αδύναμο
ίσα που φωτίζει μισό μέτρο
γύρω από το ίδιο
    μου αρκεί.

λίγα παράθυρα,
κι αυτά,
έτοιμα να πέσουν
   -να ξεφύγουν.

κάνεις και τίποτα
δεν θέλει πια
να ζει -να υπάρχει
πάνω σ' αυτό το έρμαιο.

μα κι εσύ•
μη φυσάς και ξεφυσάς,
ή τουλάχιστον,
μη το κάνεις έντονα.

λιγάκι θέλουν
τα παράθυρα να πέσουν,
λιγάκι θέλει
το φως να σβήσει,
κι εγώ λιγάκι αέρα
παραπάνω,
να έλθει με δύναμη προς το πρόσωπό μου
και να μην με αφήσει
να πάρω
ανάσα.

μη περνάς απ' έξω,
ή τουλάχιστον,
μη πατάς βαριά.

μη φυσάς και ξεφυσάς,
ή τουλάχιστον,
καν' το λίγο πιο σιγά.

Συναισθημάταιο

Άτιτλο


Πρώτη φορά χρειάστηκα την ορμή της βροχής.
Την ανάγκη να πέσουν δυνατά οι σταγόνες πάνω μου,
να ξεπλυθώ. Από τι;
Να γίνω μούσκεμα.
Να απελευθερωθώ από τις σκέψεις,
Να φύγουν, καθώς κυλάνε οι σταγόνες
Θέλω να βραχώ.
Η βροχή φαντάζει λύτρωση.
Να ξαπλώσω στην άσφαλτο και να με χτυπά,
Να γίνουμε ένα
Θέλω να κλάψω μαζί της.
Νιώσε τη βροχή…  Νιώθεις την ορμή της;

Σταμάτησε η βροχή.
Δεν πρόλαβα πάλι.

Γεωργία Νάστου

Ένα ουίσκι σκέτο


Έτσι το πίνω : διεκπαιρεωτικά
Γουλιά γουλιά ή μονορούφι
αναλόγως πόσο επιτακτικά διψάει
το αφυδατωμένο μου σώμα
από πριν τιμωρημένο- τσιγκουνεύομαι το νερό -
Ξερασμένα τα χείλη μου
ξερνάει και το φθηνό κραγιόν μου κομμάτια μάταιης συγκάλυψης
όπως ξερνάει που και που ένα άχρωμο και άγαρμπο γελάκι
στο ανέκφραστο μου πρόσωπο

Καπνίζω τζούρα τζούρα
πάντα διεκπαιρεωτικά ,μανιακά
λες και ο δείκτης και ο μέσος κινδυνεύουν να μείνουν
κολλημένοι ο ένας με τον άλλο
αν δεν τους χωρίζει το τσιγάρο
ή λες και τα χείλη μου μπορεί να σφραγίσουν
αν δεν ανοίγουν κάθε δεύτερο έστω για να ρουφήξουν
το ξεραμένο καπνό που κάνει την ίδια διαδρομή :
στόμα- λαιμός- πνευμόνια και πάλι πίσω
Τόσο γρήγορα όπως εγώ στο δρομολόγιο
σπίτι- αστικό -κέντρο και πάλι πίσω
Αναρωτιέμαι ποια από τις δυο διαδρομές
περιέχει περισσότερη πίσσα, νικοτίνη και άλλες ουσίες που
αυξάνουν τις πιθανότητες του θανάτου
ή ποια από τις δυο
είναι περισσότερο αντανακλαστική από την άλλη

Και η φωνή μου
σαν το μουσικό κουτί που είχα μικρή
έπρεπε να το κουρδίζω για να ακούω την ίδια μελωδία
ξανά και ξανά
μέχρι που βαρέθηκα
όχι τόσο τη μουσική του
μα τη διαδικασία
Έτσι και γω
δε μπορώ να μιλήσω αν δε με κουρδίσω πρώτα
και ξεχνάω να με κουρδίζω που σχεδόν χάλασα
Έχω κάτι συλλαβές και κάτι νότες διατηρημένες
στο πατάρι που έχω για μνήμη
και μέχρι εκεί
Έχω χάσει ένταση και υψηλές συχνότητες
δεν ξέρω πως γίνεται
να ψιθυρίσω ή να ουρλιάξω
Κι έχω μισήσει τη χροιά μου
τόσο
που θα προτιμούσα να την αφήσω κάπου κλειδωμένη
σαν το κουτί των παιδικών μου χρόνων
μέχρι να πάρω καινούργια
ή μέχρι να μην τη χρειάζομαι πια

Θα μπορούσα να μιλήσω για κάθε σπιθαμή του
σώματος μου:
για τα δόντια μου
τα μάτια ,
τα αυτιά μου,
τα χέρια μου
αλλά ποτέ δεν ήμουν της λεπτομέρειας

Αν ξυπνήσω από την ύπνωση
Μπορεί να γελάσω ή να φρικάρω
με αυτό το όνειρο που βλέπω σερί
δυο τρις μήνες τώρα :
ένα μυαλό σε πλήρη αντίληψή
και σώμα κοιμισμένο κ ανίκανο να σηκωθεί
είτε είναι φρικτός εφιάλτης
είτε η αρχή μιας κανονικότητας που
η μόνη της λύτρωση

θα ναι ένας ύπνος της άρνησης
ή μια ξαφνική φυγή
από το σώμα το ίδιο


Ανώνυμο

Αγάπη μου


Για πιάσε το χέρι μου
                                Και πες μου
                             Ήταν καλή ιδέα που το έβαλα στη φωτιά
                             Ήταν καλή ιδέα να αφήσω την πέτρα και να αρχίσω να χαϊδεύω τα μαλλιά σου
                             Ήταν καλή ιδέα να κλέψω στιγμές παρά τράπεζες
       Πες μου αυτό το χέρι δεν το νιώθω
                Πες μου ότι δεν υπήρξε η φωτιά
Πες μου                                                                                 Αγάπη μου
                        Είδες τους άλλους να λένε ότι χάθηκε η οργή
 Στοργή έγινε για αυτά που δεν μπόρεσε να καλύψει
 Και μας άκουσαν να λέμε ότι η φωτιά καίει μέσα μας
                                                                                     Και ήρθαν να την σβήσουν .ούτε καντήλι άφησαν
Αγάπη μου
                         χορεύω στα όνειρα τους και φωνάζω ότι γίναμε πειραματικά παιχνίδια που
                                     Βρήκαν δρόμο
Αγάπη μου λες να με άκουσαν
                                                   Και όταν αγάπη μου έπιανα τα μαλλιά σου όταν φίλαγα τις φλόγες σου να χανόμασταν στα όνειρα τους ;
Αγάπη μου μην μου πεις ότι δεν με πιάνεις
                                               Αφού το νιώθω σφιγμένο

ΆΔΠ

Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2019

Κάποια Στιγμή, Κάτι


κάποια στιγμή θα γίνω θάνατος
και δεν θα νιώθω χέρια
πάνω σε χέρια
που δεν θέλω να νιώθω ή να έχω ή να δίνω
οι κρόταφοί μου γίνανε παλέτες
άλλοι φτύνουν μέσα τους τα χρώματα
κι εγώ φτύνω τη ψυχή που τυχαίνει να νοικιάζω
οι κρόταφοί μου γίναν τάφοι για πελάτες ― συναισθήματα
που απλώνουν κόκκαλα στον ουρανό
κάποια στιγμή θα μείνω να κυνηγώ τον ήλιο
μα αυτός θα φεύγει και θα φεύγει και θα χάσω και τα λίγα μάτια που ‘χω
οι μέρες ρέουν σαν χείμαρρος
χύνονται στους πνεύμονες, και
η άβυσσος ανατέλλει απ’ όλες τις πλευρές
και δεν θέλω ούτε να σκέφτομαι
το βάθος των χρωμάτων
αυτό το βάρος
παραείναι βαρύ
κι ασήκωτο

γκρέιβενχαρτ

αυτοφωνία τά ντό ὕφεση - σι


Δέσμευση ἐσωτερική τῶν αἱσθημάτων
νά σταθεῖς στό ἵδιο ὗψος τοῦ τόνου,
τοῦ ἐντόνου, τῆς ἐντάσεως
γιά πάντα, ἄμεμπτο τοῦ ἐνθουσιασμοῦ.
Ἀνθρώπινο καί στιγμιαῖα εἰλικρινές.
Τῆς ἐπιτόπιας καλλιτεχνικῆς δημιουργίας.
Πῶς νά ἐπιδεχθεί κατηγοριῶν;

Ἡ ἀλλοίωση μοιραῖα
ἀκολουθία τῶν πέντε γραμμῶν
κι ἀπό κάτω τό κενό.
Βάρυνση, ἐγκατάλειψη.
Παύση τῶν μυστικῶν συμφωνιῶν,
τῶν ἀνιῶν πού προκύπτουν,
τέλος κάθε ἔρρυθμης ἀναπνοῆς.
Σιωπή, ὕπαρξη ἀήχου.
Καμία σύνδεση ἀξιόπιστη
σύζευξη ἡσυχίας ἀνησυχητικῆς.

Ἀναγκαστικό νά ἐπανέλθω φυσικά,
νά προσπαθῶ νά μή σ' ἀγγίζω.
Δύκολη ἡ αὑτοαναίρεση.
Θέλει στίγμα ἀπό κόκκινο
μελάνι στό χαρτί τῶν μελωδιῶν.
Γενναῖα πράξη
τῶν δειλῶν καί ἀδυνάμων.

Τραγουδῶ τραγούδια σιωπηλά
φθόγγους ἄρητους, βοές,
ὑποήχους τραυμάτων,
ἀπόκοσμες ἐπώδυες κραυγές,
στακάτο ἀναφιλητά
στήν παύση τῶν ἄρυθμων χρωμάτων.

Κορμί-ψυχή, μουσική γραφή
σχέση ντό - σί ὕφεση,
ἐσύ.

Ανώνυμο

Ουρλιαχτό

Ο πνιγμός

Μαύρη και σκοτεινή η θάλασσα
Με φοβίζει αυτή της η όψη
Όχι όχι δεν θελω να την αντικρίζω έτσι, φοβάμαι σου λέω άσε με
Μη με σφίγγεις, ασε με


Σιωπή

Το σώμα μου βυθίζεται ταχύτατα στην άβυσσο
Καμία ελπίδα
Πέθανα
Εν μέρει το επέλεξα
Όταν με έσπρωξες δεν προσπάθησα ποτέ να κολυμπήσω στην επιφάνεια για να πάρω ανάσα
Ήθελα να πνιγώ
Νόμιζα ότι έτσι θα εξιλεωθώ για ότι έκανα
Ότι έτσι θα σταματήσουν ποτάμια να τρέχουν τα μάτια μου και το κορμί μου να σαφρακιάζει

Ήθελα το δράμα σου και τον σπαραγμό σου
Ήθελα δάκρυα πολλά και θλίψη αβάσταχτη να σου προκαλέσω
Ήθελα να σε δω να σπας και να θες να σκίσεις τα σωθικά σου
Να τρελαθεί το μυαλό σου και να πάρεις φόρα να ανοίξεις το κρανίο σου
Να πεθάνεις αλλά να είσαι ζωντανός

Να μετανιώνεις την κάθε πικρή κουβέντα που μου είπες εκείνη τη νύχτα, να την ανακαλείς και να γεύεσαι δηλητήριο

Σε πλήγωσα και με σκότωσες
Τόσο σε λάτρευα και με λάτρευες

Ανώνυμο

Το βάρος


Βαριά η νύχτα•
ίσα με το φορτίο
όλων των ξεχασμένων βραδιών.
Όμως τα φιλιά σου
την κάνουν να ζυγίζει
μερικά μόνο χιλιοστόγραμμα.
Με αυτό το βάρος λοιπόν
μπορεί να κοιμηθεί
και ο πιο αδύναμος άνδρας.

Εγώ.

Σωτήρης Ρούσσης

Άκου


Φεγγάρι φτωχή ανεμπόδιστη
Στιγμή παρακμή κοινωνεί
Φυγόκεντρος στη
Μικρή θολή φονική
Κεντρική πνοή
Βροχή πλέει σύνορα
Στο σταμάτα ζωή

Κι αν κι εσύ διακρίνεις έναν ήχο μουσικό
Είναι που να, κατάφερα να βρω μια συνοχή ικανή
Ικανή γιατί μέσα απ την αταίριαστη ροή της
Σκάλισε στο περιδιάβα της τις αύλακες του νου σου
Και έχτισε μονοπάτι κεντητό και ακουστό.

Κι αφού πλέον έμαθα πως οι λέξεις συχνά δεν χρωματίζουν
Πόσο μάλλον ηχόχρωμα να βγάζουν στιβαρό
Με θάρρος θα ζητήσω να έρθεις από δω
Και τραγούδι να φτιάξουμε το ίδιο ικανό
Ικανό τη νεκρική σιγή ψυχής να αναστήσει!

Σόφι Σολ

Άτιτλο


«Ασε με να αφεθώ στον έρωτα» εκλιπαρεί η καρδιά το σώμα.
«Όχι δεν πρέπει θα καείς» της απαντά εκείνο.
«Άσε με να αφεθώ στον έρωτα,σε εκλιπαρώ,δεν θα καώ,το νιώθω» είπε με σιγουριά η καρδιά.
«Μα οι πληγές του έρωτα δεν γιάνουνε κι αφήνουνε σημάδια» είπε το σώμα λυπημένα κοιτώντας τις ουλές του.
Και το πλησίασε η καρδιά κι αγκαλιαστήκαν.
Και του ψιθύρισε γλυκά στο αυτί «εκείνος είναι διαφορετικός,δεν θα μας κάψει,αφέσου»
«Εντάξει».

Ανώνυμο

Καλοκαίρι στο Χειμώνα


Εκείνο το χειμώνα
Ένιωσα
- επιτέλους-
να έρχεται η άνοιξη.
Ήρθα σ' εσένα.
Mου έταξες
ξέγνοιαστα καλοκαιριά
μα
αυτά δεν έφτασαν.
Όμως,
πόσο ζεστή εκείνη η στιγμή,
εκείνη η υπόσχεση,
Σ' εκείνη την στιγμή
μ' εκείνη την υπόσχεση
έζησα,
μα κράτησε μόνο ένα βράδυ...
Το πρωί επέστρεψα.
Δεν έφυγα ποτέ από το κρύο.
Επέστρεψε η παγωνιά.
Από τότε κάθε καλοκαίρι μοιάζει με εκείνο το πρωί:
Χειμώνας.


                             Μι(μη) Κάππα

Τα πουλιά


Εμμονικά η σκέψη στροβιλίζει γύρω σου
τα πουλιά φτερουγίζουν δυνατά
αναζητώντας φωλιά
στο δικό σου στέρνο
για το χειμώνα
πικρός, δριμύς, ανελέητος
για τα πουλιά
γι’ αυτό πετάνε μακριά.

Μερούση Ιφιγένεια 

Σκέψεις για να μένει κανείς δειλός.


Ακόμα προσπαθώ να καταλάβω,
εάν το θάρρος μεγαλώνει
έναν άνθρωπο σε μια ψευδαίσθηση,
ή αν ήδη η ύπαρξή του μέσα σε αυτήν,
τον έχει ποτίσει με θάρρος.

Κι αν με είχες αφήσει,
έστω για λίγο,
θα μπορούσα να σου δείξω
πόσο πολύ φοβάμαι,
όταν καταλήγω να χάνομαι, ανάμεσα σ'αυτά τα δύο.

Μίλκυ Γουέι.

Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2019

Γιασεμί


Είχα πει πως δεν θα ξανά κόψω γιασεμί.

Κάθε άνθος που έκοβα, στόλιζε κάποιο παράθυρο ή κτίριο που γερνούσε μαζί με τα γραφικά στενά της παλιάς πόλης.
Ένα στολίδι- δήλωση της μοναξιάς, για τους ανθρώπους που βάδιζαν τριγύρω. Εκείνοι, μπορούσαν ν'αντιληφθούν το λευκό φως, λίγο πριν προλάβει να σβήσει  από το μαραμένο γιασεμί, από τις σκουριασμένες τους στιγμές..
Το τελευταίο άνθος που έκοψα, το στόλισα στα κάγκελα του δημοτικού κήπου.- Ποιός θα μπορούσε να σε ξεχωρίσει μπροστά στο πλήθος άλλων λουλουδιών;-
Τότε εμφανίστηκες εσύ. Θυμάμαι σου άρεσε κι εσένα η μυρωδιά τους. Όπως πολύ καλά ξέραμε να συγχρονίζουμε τις κινήσεις μας, έκανα δύο βήματα πίσω. Κατάλαβες, κι αμέσω  έτρεξες  να κρυφτείς μέσα στο πλήθος των λουλουδιών.
Εγώ έστριψα προς τα ερειπωμένα στενά της πόλης. Το γιασεμί το παρέσυρε ο αέρας. Ίσως ακολούθησε εσένα. Ή τα στενά. Δεν ξέρω, δεν έμαθα ποτέ.

Από κείνο το πρωινό δεν έκοψα ξανά γιασεμί.

Μίλκυ Γουέι

Αξιοπρέπεια



Ένα δεκάρικο
κοστίζει η αξιοπρέπεια.
Ίσα να πάρεις λίγο γάλα και μισό κιλό ψωμί,
λίγες φακές, δυο φρούτα και
λίγο φρέσκο καφέ· όλα από λίγο και για λίγο.
Να πας στο ταμείο και να νιώσεις τα βλέμματά τους
ακριβώς πάνω στα μάτια σου,
όχι δεξιά κι αριστερά.
Να μην μετράς τα κέρματα
και καθυστερείς την
αργοπορημένη για ζωή ουρά τους.
Να πληρώσεις
-κυρία-
με των κόπων σου την χάρτινη χαρά και
να βγεις από κει
δυο πόντους ψηλότερη.
Να δικαιολογηθεί επιτέλους
η ηλιοφάνεια αυτής της χώρας
που ένα δεκάρικο, όπως φαίνεται,
κοστίζει.

Σωτήρης Ρούσσης

Αδικία



Μιλάς εσύ για αδικία;
Άδικο είναι που δεν μπορώ να της κρατήσω το χέρι μπροστά στον κόσμο επειδή το φύλο μας τυχαίνει να είναι ίδιο
Που στην παραλία κρατάμε αποστάσεις ασφαλείας για να μη βρεθούμε πνιγμενες μέσα στο βυθό
Που θα φιλιά μας περιορίζονται σε μικρά αδιέξοδα στενά και σε τέσσερις τοίχους
Άδικο είναι να παλεύουμε με όλη μας την δύναμη για την αγάπη μας
Και που κάποιοι λένε αγάπη ένα πήδημα
Άδικο είναι που κάνουμε έρωτα σε νευρική σιγή
Άδικο είναι που χωρίζεται τους ανθρώπους σε κουτάκια και κάποια κουτάκια είναι αδιανόητο να υπάρξουν
Θέλω να σπάσω όλα αυτά τα κουτιά με τα ίδια μου τα χέρια
Και μετά έτσι όπως θα είναι τα χέρια μου μέσα στα αίματα θα κρατήσω τα δικά της χέρια και θα φωνάξω με σιγουριά και δύναμη πως τώρα υπάρχει δικαιοσύνη
Μίλα μου τώρα εσύ για αδικία!

Α.Μ

Άτιτλο


Σου είπα ψέματα:
δεν έχω αϋπνίες
Όσο έμενα ξύπνια ήταν γιατί
προσπαθούσα να ρουφήξω
όσο πιο πολύ μπορώ
από το άρωμα της αγκαλιάς σου
Να το πάρω μαζί μου πριν ξεθωριάσει

Ήθελα
να μου περισσέψει
Λίγο για το δρόμο
Και λίγο για τη στιγμή εκείνη
που θα 'χεις πια φύγει

Είναι απλά πως
Έχω σιχαθεί
την απουσία μιας εκ των αισθήσεων μου
Και προτιμώ να βλέπω σκοτάδι παρά
λειψά όνειρα

Δεν θα πω πολλά
δεν ξέρω αν θέλω να το καταλάβεις μα
ξέρω ότι

είναι τόσο άοσμη
η μυρωδιά της μοναξιάς

X.

Μόνο για σένα


Σαν τη θάλασσα που δε φεύγει ποτέ από την αμμουδιά της

Σαν το φεγγάρι που φέγγει μόνο σε έναν ουρανό

Σαν τον ήλιο που λάμπει και λούζει μόνο τη μέρα

Έτσι σε αγαπώ

Και είναι μόνο για σένα

Μονάχα για σένα

Όσα σκέφτομαι
Όσα λέω κι όσα κάνω
Όσα είμαι και όσα θα συνεχίσω να είμαι
από τότε που σε γνώρισα

Όλα είναι για σένα

Μόνο για σένα 

Κι εσύ..
Εσύ είσαι,
Όλα όσα δεν μπόρεσα ποτέ να σου πω
Γιατί δεν ήταν αρκετά..

Είσαι
Όλα όσα δεν έχουν όμοιά τους
Είσαι
Όλα όσα υπάρχουν μοναδικά στον κόσμο

Ακόμα και ο ίδιος ο κόσμος που τα έχει όλα αυτά
Είσαι εσύ,
Ο δικός μου
Μοναδικός
Κόσμος•


W.

Παράπονο παρά τον πόνο


Να ευημερείς
να σε κοιτά ο κόσμος
να λαμποκοπούν τα μάτια του

Ο κόσμος πάντοτε αυτό κοιτούσε
-το καλό-
το κακό πάντα το κρύβαμε
και δεν το έψαχνε κανείς

Το κακό θέλει να 'ναι σύντομο
   με έναν πόνο
Δεν θέλει την λύση του
αλλά την άμεση αλλαγή του

Όχι να κουραστεί ο κόσμος!
Όχι να χαραμίσει ώρα!

Μόνο ρίσκο θέλει ο κόσμος
  λίγο τζόγο
το παλιό κακό
να γίνει το νέο καινούριο
-όχι το νέο καλύτερο

Κι εσύ ήσουν κάποτε ο κόσμος
που ήθελε να ακούει το κακό μου
και να κουράζεσαι
και να χαραμίσεις ώρα
Μα η λύση σε χαλάει
γιατί σου αποκαλύπτει πλέον το πρόβλημα

Μια τα πόδια ανάστατα
μια το δάπεδο κατηφορικό
και μια εγώ που με τραβάς
ή που σε σπρώχνω

Πάντα εκεί, το κίνητρο της διαφυγής

Συναισθημάταιο

Στον Α.

είναι άδειο
δεν είναι κάνεις
δεν είναι κάνεις εδώ
δεν είναι κάνεις μαζί μου
δεν είναι μαζί μου αυτός που του έδωσα τη ψυχή μου
μοναχή μου την έδωσα
και αυτός τη πήρε
πήρε τα πόδια μου
πήρε τη κοιλιά μου
πήρε τα χέρια μου
πήρε το σβέρκο μου
πήρε το κεφάλι μου
τα πήρε όλα
εγώ είμαι εδώ
κάνεις άλλος δεν είναι εδώ
μόνο η θλίψη μου
αυτή η
βαθιά
ατέλειωτη
βίαιη
θλίψη μου
τα πήρε όλα μα μου έμεινε η θλίψη
τόση θλίψη
αρκετή για να ζήσω

Ιωάννα

Άτιτλο

Είμαστε χορευτές της ζωής μας
Κινούμαστε σε αέναη και κυκλική τροχιά
Η διάταξη δεν έχει σημασία
Ο κύκλος δεν έχει αρχή ούτε και τέλος
Η διαδοχή της μιας μέρας στην επόμενη είναι τυχαία
Η μνήμες απλά κουμπώνουν η μία μετά την άλλη, σε θεωρητικά, σωστή φαινομενικά, σειρά
Έχεις ήδη πεθάνει, καθώς έχεις ήδη γεννηθεί
Όπως όταν διαβάζεις ένα βιβλίο
Το ότι δεν έχεις φτάσει στο τέλος, δεν σημαίνει πως αυτό δεν έχει γραφτεί
Είναι εκεί
Περιμένει το βλέμμα σου υπομονετικά
Ότι έχει συμβεί έχει συμβεί
Κι ότι δεν έχει συμβεί έχει ήδη συμβεί
Μπορεί να μην έχεις ζήσει ακόμα τον θάνατο σου μα είσαι ήδη νεκρός.

Χ. Παπαγιάννη

Πέμπτη 29 Αυγούστου 2019

Απ'τους Λειψούς


Μαναράκι μου ωραίο
Μαναράκι μου γλυκό
Θέλω να ‘ρθω στην Αθήνα
Δυο λογάκια να σου πω

Να βρεθούμε πλάι στο κύμα
Να σε πάρω αγκαλιά
Να σου δώσω κι ένα ποίημα
Και να μείνουμε ως αργά

Απ’ τους Λειψούς σε σκέφτομαι
Και λιώνω και σε θέλω
Να ‘ταν η φλόγα μου αρκετή
Και να σου δίνει γέλιο

Ο έρως μας πλατωνικός
Τη σάρκα δε γνωρίζει
Να σε φιλώ σα σκέφτομαι
Αρχίζει το μεθύσι

Πελώριο κβάντο

Ένα απλό ίσως


Ίσως απλά βαρέθηκε•
τα ίσως, τα απλά
και πρώτα-πρώτα
τα εκτυφλωτικά τα φώτα
που περικυκλώνουν νέους σύντομους έρωτες
μέσα στο θέατρο της ηδονής
και του πάθους
διακοσμημένο με την ίντριγκα
του λάθους

Ίσως και να αγάπησε
την τόση ομορφιά
που είχε ήδη
ή ίσως•
είδε την ομορφιά στην αγάπη-
την αγάπη εκείνη
για εκείνη

Γιατί από την μια
της είναι το δεντρο λίγο
και από την άλλη
τα φύλλα του πολλά
κι ίσως να μπερδεύεται
με τα δέντρα την άνοιξη
και τα φύλλα το φθινόπωρο
και την βροχή
που είναι πάντα ίδια

Μα την μια τα θρέφει
και την άλλη τα νεκρώνει

Ίσως να κατάλαβε
οτι τα δέντρα
παραμένουν δέντρα
όσο κι αν βρέξει

Η ίσως πάλι
να μην κατάλαβε τίποτα
Ίσως να 'ρθε πάλι η άνοιξη
και να είπε
πως άλλαξε επιτέλους ο καιρός

Ίσως με τον καιρό
να άλλαξε κι εκείνη
προς ένα αλγοριθμικό απαράλλαχτο
και να έγινε σαν τα δέντρα
που τη μια έχουν πολλά
και την άλλη ούτε ένα
ανάλογα με τον καιρό
ανάλογα με την βροχή
που είναι πάντα ίδια

Γιατί από τη μια
της είναι η ζωή μικρή
και από την άλλη
οι ώρες της πολλές
κι ίσως να μπερδεύεται
με την ζωή τα πρωινά
και τις ώρες χωρίς τον ήλιο
κι εκείνη
που παραμένει πάντα ίδια

Μα την μια απελπίζεται
και την άλλη βρίσκει νόημα

Ίσως να κατάλαβε
πως η ζωή
παραμένει ζωή
όσο κι αν δεν έχει νόημα

Ή ίσως τελικα,
να μην κατάλαβε τίποτα,
Ίσως να 'ρθε μια άλλη αγάπη
και να είπε
πως θα αλλάξει επιτέλους και αυτή

Συναισθημάταιο

Κυριακή 11 Αυγούστου 2019

Άτιτλο


Ήταν πανέμορφη.
Έπρεπε να ήσουν εκεί να την έβλεπες
Έπαιζε με τα νερά της θάλασσας σαν μικρό κοριτσάκι.
Το χαμόγελο της ήταν μικρό αλλά σαγηνευτικό.
Καθόμουν και τη παρατηρούσα για ώρες.
Μου ακούμπησε δειλά δειλά το χέρι και με τράβηξε μαζί της στη θάλασσα.
Η σελήνη αγκάλιαζε τη θάλασσα σαν να ήταν ερωτευμένη με αυτή.
Εκείνη το κατάλαβε και με τράβηξε κοντά της.
Με κοίταξε με αυτά τα παιχνιδιάρικα μάτια της που φαινόντουσαν υπέροχα κάτω από το φως του λαμπερού φεγγαριού.
Ένα μειλίχιο χαμόγελο ζωγραφίστηκε ξανά στα σαρκώδη χείλη της.
Ένιωσα τη ψυχή μου να την ποθεί.
Λαχταρούσε την επαφή μαζί της όπως ένα σκύλος λαχταρά ένα χάδι.
Με πλησίασε.
Κάτι μου ψιθύρισε.
Ένιωσα τη φωνή της να τρέμει.
Σαν να χανόταν.
Ξέρεις , όπως χάνονται τα χελιδόνια στο τέλος του καλοκαιριού κελαηδώντας στην αποχώρησή τους.
«Φοβάμαι πως έχω χαθεί》, μου είπε και με φίλησε
Με το φιλί μας ένιωθα λες και όλη η ηδονή του κόσμου και συνάμα η καταστροφή χόρευαν μέσα μας
Δεν ήθελα να με αφήσει
Την αγαπούσα πολύ
Δε θέλω ακόμα να με αφήσει
Αγαπιόμαστε πολύ.

Ανώνυμο

Πέμπτη 1 Αυγούστου 2019

Κι ούτε στη μνήμη φίλημα…


Είναι η ίδια μουσική που μερικές φορές προσεύχομαι
Η ίδια που μου φέρνει δάκρυα κι άλλες φορές γλεντίζω με χορό.

Και την ευχή που δε σου έστειλα για τη γιορτή, την εκρατάω ακόμα μες τα δόντια μου
Ως θύμηση παντοτινής χαράς και υφάδι πόνου που δεν ομολογιέται, δε συλλαβίζεται.

Σ.

Αναιρέσεις


Αναιρώ ότι έχω πει
όσα λέω,
και όσα πρόκειται να πω.

Διατηρώ έτσι καθαρό
απ'τη δειλία μου,
το μονοπάτι που έχτισα
για σένα
και για μένα.

Μίλκυ Γουέι

Εκεί


Σε εσένα που τα αμήχανα βλέμματά μας συναντιόνται τυχαία και κατευθείαν αφού σκύψουμε τα κεφάλια, αλλάζουν πορεία.

Σε εσένα που τα χέρια μας ακουμπάνε πλέον άθελά τους μεταξύ τους καθώς στεκόμαστε στο πλήθος,
και τα τραβάμε βιαστικά.

Σε εσένα που τα γεμάτα έρωτα φιλιά μας έγιναν τυπική χειραψία συνοδευόμενη από ταχυκαρδία.

Σε εσένα που πουλήσαμε τις αγκαλιές μας για ένα χτύπημα στην πλάτη και ένα "πως πάει;".

Πως να πάει;

Σε εσένα που με άφησες και ας είναι να έρχομαι αντιμέτωπη με όλα αυτά.

Όλο εκεί, πάντα εκεί θα θέλω να γυρίζω . Που αλλού;

Ανώνυμο

Δευτέρα 15 Ιουλίου 2019

Το μόνο που θα 'θελα αν σε ξαναδώ (Π.Π.)


Να βρω το χώρο μέσα σου.
Και να ξαπλώσω όπως ξαπλώνουμε
στη παραλία μία καλοκαιρινή νύχτα.
Κάτω από τα αστέρια, χωρίς φως
χωρίς το σούσουρο της μέρας.

Να μπορέσω  για μια στιγμή παγωμένη
στο χρόνο να σε συναρπάσω,
με το ίδιο συναίσθημα που κουβαλάω
κάθε φορά που σε κοιτώ να χορεύεις τις πιο
παράλογες μελωδίες.

Γιατί άλλωστε τι είμαστε πέρα
από ένα ανθολόγιο κεραυνόπληκτων
και κατάψυχρων στιγμών.

Ανώνυμο

Άτιτλο


Μη με ρωτάς γιατί δεν κοιμάμαι
Το αναπόσπαστο δικαίωμα στον ύπνο
Μου το αφαίρεσε το γαλάζιο των ματιών σου
Και τα χέρια σου
Που μέχρι τα ξημερώματα με ψαχούλευαν απάνω στα ιδρωμένα σεντόνια
Το μονό κρεβάτι σου και η μεγάλη αγκαλιά που με χωράει τρεις φορές και μια κουλουριασμένη
Μου κλέψαν τον ύπνο οι μπανανιές
Οι παραλίες ανατολικά του Πλάγια Παβόνες
Κι όσα μου ψιθύριζες στο λαιμό τις νύχτες
Το αναπόσπαστο δικαίωμα στον ύπνο μου το αφαίρεσες ολάκερος εσύ και εδω δε χωράει καμιά αμφιβολία
Για αυτό μη με ρωτάς

L.L. 

Τετάρτη 10 Ιουλίου 2019

Πιόνια



Καχεκτικό το πνεύμα μου τούτες τις πρωινές ώρες,
ακρωτηριασμένη η βούληση μου στο απέραντο της άγνοιας.
Σαν φάντασμα περιπλανιέμαι άσκοπα δίχως προορισμό,
με συντροφιά τα τέρατα που ζουν μες το μυαλό μου.

Θάλασσα, γαλάζια θάλασσα ζωγραφίζει το τοπίο πίσω μου.
Σύννεφα, ζωηρά σύννεφα ξεπροβάλλουν στον ουρανό,
έρμαια του επιστήθιου φίλου τους, του ανέμου,
που φυσώντας αντηχεί σαν τραγούδι μαγεμένο,
ένα τραγούδι του θανάτου.

Πιόνια είμαστε όλοι άλλων ανθρώπων, τάχα ελεύθερων,
μα θύματα της δικής τους κατάρας,
πιόνια γινήκανε και αυτοί.
Ποιοί είναι άραγε οι παίκτες τούτου του δόλιου σκακιού;

Ανώνυμο

Άτιτλο


Εκείνη η ανατολή που είδαμε μαζί στη Λεπτοκαρυά ίσως να είναι η ομορφότερη που θα δω ποτέ στην ζωή μου. Δεν με πιάνουν οι ρομαντισμοί και ξέρω ότι για τους περισσότερους όπως και για σένα αυτό είναι ένα σαχλό ερωτικό ποιηματάκι, αλλά για μένα είναι ίσως ότι πιο  ειλικρινές έχω πει για σένα. Γι'αυτό γράφω ξανά μεθυσμένος κοιτάζοντας την ανατολή....και φωνάζω στους ρεαλιστές πως δεν είναι τα πρόσωπα, τα τοπία, οι χαραυγές και τα ηλιοβασιλέματα που βάζουν φωτιά στη ψυχή μας και μας κάνουν να κλαίμε. Είναι τα συναισθήματα που εκείνη την ώρα κοχλάζουν μέσα μας και παλεύουν σαν λάβα να χυθούν απ'το ηφαίστειο του κορμιού μας και να διανύσουν το αμετάκλητο ταξίδι απ'τη ψυχή  στην αιωνιότητα ...Κ εμείς; Τι κάνουμε εμείς;  Φράσσουμε αυτό το ταξίδι και τα αναγκάζουμε να παραμείνουν εκεί από όπου ξεκίνησαν.  "Για ταξίδια που  δεν ήθελες λοιπόν .Τι σε πιάνει και πάλι κλαις;"

        ΡομαντιΚάφρος.                                  

Σάββατο 6 Ιουλίου 2019

Αίμα



Μερικές φορές σκέφτομαι γιατί με πονάς τόσο..
Εγώ σε έδιωξα, δεν ξέρω γιατί όμως
Μου λείπεις κάθε μέρα περισσότερο!
Νιώθω πως θέλω να σπάσω
Θέλω να ξεριζώσω την καρδιά μου με τα ίδια μου τα χέρια
Αυτό είναι τελικά αγάπη;
Αν ναι, τότε εννοούσα κάθε σαγαπω που σου είπα!
Κάθε σαγαπω που έλεγα είχε γεύση αίματος
Και συνέχισα να στο λέω και να στο φωνάζω
Κάθε φορά που σε βλέπω στο φωνάζω
Κι ας μη το ακούς
Εγώ γεύομαι ακόμα το αίμα
Ένα φιλί, μόνο ένα φιλί και θα νιώσεις την αγάπη μου

Α.Μ

Ημιτελής


Σφίξιμο , ανάσα – δεν μπορώ , τραβάει η πλάτη , μουδιάζουν χέρια , στεγνώνει το στόμα , ανάσα μηδέν , μια - βιαστική , μυαλό σβούρα, σώμα πλαδαρό , ζωή πλαδαρή , συναισθήματα σφιχτά , σφίξιμο , στην καρδιά , στα χέρια , στα πόδια , στομάχι , ανάσα μηδέν , όλα ημιτελή , εμείς, εγώ , τα κείμενα , εσύ, η καρδιά , η καρδιά μου, η ανάσα , η ανάσα μου, ημιτελής. Τουλάχιστον σταμάτησε η

Φυγή



Φύγε.
Φύγε πριν μαζί σου με δέσει η συνήθεια.
Φύγε πριν συνδυάσω μικροπράγματα με την παρουσία σου.
Φύγε πριν το άρωμα σου λούσει τα σεντόνια μου.
Φύγε πριν μισήσω το κρασί γιατί θα αποκτήσει τη γεύση των φιλιών σου.
Φύγε πριν μάθω να ξεχωρίζω το άκουσμα απ'τα βήματα σου.
Φύγε πριν με δεις ευάλωτη και μείνεις από λύπηση.
Φύγε εσύ γιατι εγώ κουράστηκα να φεύγω.

Ανώνυμο


Πέμπτη 4 Ιουλίου 2019

Άνοιξη

Οι κερασιές ανθίσαν και φέτος.
Οι κερασιές θα ανθίζουν κάθε χρόνο.
Θα γεμίζουν τα κλαδιά τους με άσπρα άνθη
κι όταν θα ανεβαίνεις στο ξωκλήσι
και θα χαζεύεις τον κάμπο από ψηλά,
θα μοιάζουν τα χωράφια σαν πασπαλισμένα με ζάχαρη.
Και θα σε γεμίζουν ευτυχία.
Ίδια ευτυχία μ’αυτή που σε γεμίζει το πρώτο χιόνι του χειμώνα,
το πρώτο κολύμπι του καλοκαιριού
και ο πρώτος έρωτας.
Και σαν τις πλησιάζεις και τις μυρίζεις,
θα μοσχοβολάνε άνοιξη.
Όπως από τα πρωτοβρόχια
αναβλύζει το φθινόπωρο,
και το θαλασσινό αγέρι
φέρνει στην μνήμη καλοκαίρι.
Και με ρωτάς: πώς αρχινάει ο πρώτος έρωτας;
Και σου απαντώ: για μένα αρκεί μια τζούρα απ’ τ’ άρωμά σου.


Ανώνυμο

Αντίστιξη


Δέκα ψάρια τσιμπάνε ταυτόχρονα τα δέκα μου δάχτυλα
Θέλουν να ξεκλειδώσουνε τη θάλασσα
Δύο πουλιά, δηλαδή όλος ο κόσμος, συναντιούνται επ’ άπειρον
Ο ενιαίος τους άνεμος εισδύει ανεπαίσθητα από κρυφές πόρτες των ανθρώπων
Ξυπνώντας όλα τ’ αντικείμενα από τον λήθαργό τους

Το σύμπαν είναι ένα τρίχορδο

Το φως επεξηγείται με αμέτρητες σκιές στον τοίχο

Δέκα ψάρια τσιμπάνε ταυτόχρονα τα δέκα μου δάχτυλα

Και αυτό είναι η αντίστιξη

Περσέας Ρίζος

/ a wəıv /


λιώνεις τις λέξεις μέσα μου σαν να είναι ηλιόπετρες

στις κόγχες των ματιών μου η άβυσσός σου
να τυλίγει την δική μου

συνέχισε ο ήλιος έχει χαθεί
ο ήλιος έχει γείρει στην πλάτη σου

ο ήλιος βυθίστηκε στο στόμα σου

μια παλίρροια λέξεων ισούται με ένα στιγμιαίο συναίσθημα
και εσύ

λιώνεις το είναι σου μέσα μου σα να είμαι ελπίδα
και το μόνο που ξέρω
είναι ότι λούζομαι με τον ίδιο τον παράδεισο
όποτε τελειώνω πάνω σου
την προσευχή μου

ανώνυμο

Τα πρωινά


Κάπως θα τα καταφέρω το βράδυ

Θα πιω, θα κλάψω μέχρι να κουραστώ, θα καπνίσω, θα καλύψω εφήμερα τις λακκούβες που έσκαψες στην καρδιά και το μυαλό μου με περιστασιακή άσφαλτο που μετά βίας θα ονομάσω έρωτα


Παρόλο που ξυπνάω τα μεσάνυχτα να δω αν τηλεφώνησες και δεν το έκανες , κλείνω τα μάτια μου για λίγο

Και τότε σε νοσταλγώ , σε ονειρεύομαι

Ξημερώνει

Σηκώνομαι με κόμπο στο στομάχι
Με πνίγει η ζέστη , δεν είναι το μόνο που με πνίγει

Πνίγομαι και δεν βρίσκω χέρι να με τραβήξει από τον πρωινό καφέ φίλτρου που θυμίζει τα μάτια σου , βαθύ καφέ

Έξω στον δρόμο φωνές και μάλλον θα προτιμούσα έστω και αυτήν την ένταση από το τίποτα μαζί σου


Να ξεμπερδέψω κάποτε τα ακουστικά και τις σκέψεις μου , αυτό

Ασφυκτιώ, με ακούς;;

Ανώνυμο

Κυριακή 30 Ιουνίου 2019

Φρόντισε τον εαυτό σου


Τίποτα δεν σημαίνεις για κανένα. Τουλάχιστον μέχρι το σημείο που θα θέλει κάτι από σένα και μετά το βαρεθεί.
Κανείς δεν νοιάζεται πραγματικά να σε μάθει και να αγαπήσει το σκοτάδι της ψυχής σου.
Εκμεταλλευέται μόνο τη μεγάλη αυτή καρδιά που διαθέτεις και τη δίνεις απλόχερα χωρίς να σκέφτεσαι το κακό που κάνεις στον εαυτό σου.
Ακόμα και αν λίγοι θαρραλέοι θελήσουν να σε γνωρίσουν, μόλις αρχίσουν να δένονται, εξαφανίζονται..
γιατί το δέσιμο δεν αρέσει σε κανέναν.
Κανείς δεν θέλει να αφήσει τον κόσμο του και να μπει σε έναν νέο, να συνυπάρξει. Όσο και αν το δηλώνει στην αρχή.
Ωραία είναι τα λόγια του ενθουσιασμού αλλά ωραίο είναι και να μην δίνεις κούφιες υποσχέσεις.
Γιατί υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που πληγώνονται και ας μην το δείχνουν ποτέ...

Ο.Γ.

Ανίκανα άκρα


Κοιτάω τα δάχτυλα του δεξιού μου χεριού όπως έχω τοποθετήσει το χέρι μου στην διπλανή ξύλινη καρέκλα, κρέμονται

Κρέμονται ανεκμετάλλευτα ενώ θα μπορούσαν να χαϊδεύουν τα χείλη σου

Κρέμονται ενώ θα μπορούσαν να ξεμπερδεύουμε τα μαλλιά σου και να χαϊδεύουν δήθεν άθελά τους το πρόσωπο και τον λαιμό σου

Κρέμονται ανίκανα να εκτελέσουν οποιαδήποτε εργασία πέραν του αγγίγματος του κορμιού σου

Κρέμονται ενώ θα μπορούσαν να γράφουν τραγούδια για αυτά που μου προκάλεσες και δεν μπόρεσες ποτέ αμοιβαία να πραγματοποιήσεις

Δεν είναι κρίμα;


Ανώνυμο

Ανυπόγραφο


 Αν έβλεπες τα μάτια μου · θλίψη
 Κι αν έβλεπες με τα μάτια μου:
 Ένα σπίτι φωτεινό
 Λουλούδια στο ανθοδοχείο
 Στο παρκέ γλιστράς και καθρεφτίζεσαι.
 Πού να γυρίζεις;
 Ήταν προχθές ή πριν δυο χρόνια
 Που είπες
 “Φίλα με ή φύγε”;

Άτιτλο


Νόμισα για λίγο
Πως θα μου μάθαινες να περπατώ δίπλα σε άνθρωπο
Χωρίς να σκοντάφτω
Ναι μη γελάς
Δεν ξέρω πως να περπατάω δίπλα σε άνθρωπο
χωρίς να χάνω το βήμα μου
Μπερδεύομαι
Τόσο καιρό κουτσαίνω
Γιατί οι περιστασιακοί διαβάτες βρίσκονται πάντα πίσω μου
-η μοναδική οπτική γωνία απ την οποία μ' έχουν δει.

Όλο μου βάζουν τρικλοποδιές
Και σκοντάφτω
Και κουτσαίνω ακόμα πιο πολύ
Γι' αυτό δεν κοιτώ ποτέ την αντανάκλαση μου

φαντάστηκα
Να περπατάμε μαζί αυτή την πόλη
Όλα φαντάστηκα να τα περπατάω μαζί σου
Ακόμα και κάτι άσχημα σοκάκια
αλκοολούχα δοχεία των απελπισμένων ψυχών
Θα τα προσπερνούσα
σαν να μην ήμουν και γω μια από αυτές

Τι κατάρα
Όταν μας φαντάστηκα
Ήμουν όρθια
αέρινη, καμαρωτή
Και πλησίαζα

Κατάρα γιατί
Εσύ έτρεχες ήδη

Με άλλη.
τι να με έκανες εμένα;
Είμαι κουτσή
Είμαι ανάπηρη
και τώρα έχω και αμνησία
γιατί σου λέω πως δεν θυμάμαι
Δεν θυμάμαι πια πως είναι αυτή η πόλη
στην πραγματικότητα
Είμαι τρελή
Υπάρχει μόνο ως φόντο στην εικόνα μας
Στο μυαλό μου
Είμαι και γω ανύπαρκτη
Δεν θα μπορέσεις ποτέ να με δεις
Δεν έχεις και άδικο
Ποτέ δεν υπήρξα

Και αντί να γεννηθώ
Ξαναπέθανα και

Στο μυαλό μου ακόμα
Περπατάω δίπλα σου

Χ.

Δευτέρα 10 Ιουνίου 2019

Πεζό κείμενο σε λάθος ποίημα


Είναι λάθος
είναι λάθος
και το παρόν και το μέλλον
και το τώρα που πέρασε μόλις
και το σήμερα
και το αύριο
Είναι λάθος
και η χωρίστρα στο πλάι που προσπαθώ να αλλάξω
γιατί νομίζω ότι δεν μου πάει
είναι λάθος και που έκανα χωρίστρα στο πλάι
πριν κάτι χρόνια
είναι λάθος
και το δάκρυ που πέφτει τώρα
που μόλις έπεσε
είναι λάθος
η κίνηση
είναι λάθος η μορφή
Είναι λάθος η ζωή
είναι μεγάλο λάθος
είμαι ένα λάθος
περίπου ξέχασα
τι πάει να πει
να κοιμάσαι σωστά
να ξυπνάς σωστά
να είσαι σωστός
ακόμα και αυτό που γράφω τώρα
Είναι πέρα για πέρα λάθος
και αυτό το δάκρυ που έπεσε
πάλι λάθος είναι
αλλά και το γέλιο
που σχηματίζεται
όταν που και που
κακώς ξεχνιέμαι
Είναι λάθος
και η εικόνα
Τα βήματα
Το ένα με το μηδέν
Λάθος το σήμερα
όλο λάθος
και το αύριο
ήρεμο λάθος
θα είναι
και το κλάμα μου
Θα πεινάει από λάθη
Είναι λάθος που θέλω
να αλλάξω,
όπως αυτήν τη χωρίστρα
Είναι λάθος που αλλάζω
γιατί δεν προσπαθώ.
Είναι λάθος που προσπαθώ
είναι λάθος που υπάρχω
ακόμα
είναι λάθος και αυτό
το φωτάκι
που τρεμοπαίζει
γιατί είχα πριν καιρό κολλήσει
τη λάθος λάμπα
είναι λάθος
που δυσανασχετώ
είναι λάθος που ψάχνω
τι λάθη να γράψω
θα έπρεπε τώρα κανονικά
να μην νύχτωνε.
Να μην είχαμε νύχτα.
Να  μη βλέπαμε  τα λάθη
Αλλά όλο λάθος
είναι κατασκευασμένο.
Γέλα τώρα
τι να πεις...

Mindances

Άτιτλο

Άκου το κύμα της θάλασσας και ψάξε μέσα σου..
Άκου το πως γαληνεύει...
Άκου το πως θεριεύει
και κοίτα μέσα σου..
Κοίτα το πως χαϊδεύει..
Δεν θέλει όλες τις αισθήσεις σου
Επικεντρώσου σε μια..
Άκου το , θα το δεις..
Άκου το, και θα το νιώσεις..
Άκου το; θα το μυρίσεις...
Άκου το και θα το γευτείς...

Αχ αυτό κύμα.. μέσα μου ακούγεται .
Το ακούω να σκαλίζει τα πιο κρυφά μου σημεία..

ΚΦΝ.

Άτιτλο


Αποφάσεις
Κατευθύνσεις
Συγκρούσεις
Και συνδέσεις

Ποιος λέει ότι ξέρει καλύτερα;
Αφού κάθε μέρα είναι απλώς μια δοκιμή

Να μετακινηθείς ή να μείνεις
Να αναπνέεις ή να αποσυντίθεσαι
Να αγαπάς ή να μειώνεις
Να επαναστατείς ή να υπακούς
Να δεσμευτείς ή να μείνεις

Έχω πολλά και άλλοι λίγα
Ωστόσο, η ζωή συνεχίζει να είναι άστατη
Δεν ανησυχώ ή λυπάμαι
Εύχομαι απλώς να είχα
Μείνει

Ζεις και μαθαίνεις
Εσείς αποφασίζεις και εσύ καίγεσαι
Αλλά αυτή είναι η ζωή
Όλα συμβαίνουν για κάποιο λόγο

Είναι ώρα
Ώρα να διαλέξω
Ώρα να επιλέξω
Ώρα να κολλήσω
Καμία στιγμή για χάσιμο
Έτσι λέω

Μαρίνα

Ανώφελο


Ό,τι στα δυο μοιράζεται
Φύλλο στο σακί σου
Ανώφελο θα πεις
Κι είναι σωστό
Όταν το τέλος έρθει
Τα ανώφελα φύλλα θα τραβήξεις έξω
Θα τα παίξεις στα χέρια
Θα μειδιάσεις
Τίποτα περισσότερο
Μπορεί κάτι να θυμηθείς
Ελάχιστο
Θα μειδιάσεις.
Μα θα κλάψεις
Γι' αυτό που δε μοιράστηκες
Για ό,τι δεν έγινε φύλλο
Πολύ θα κλάψεις
Και τότε "ανώφελο" θα πεις
Ανώφελες στιγμές
Ανώφελη ζωή, ανώφελη η ζωή.
Μα αυτό το αμοίραστο "ανώφελο"
Πόσο ξεχωριστή πίκρα θα έχει
Όσο καμιά
Όσο κανένα άλλο "ανώφελο"

Ανώνυμο

Προσωπογραφία.


Χθες ένιωθε 18 και σήμερα 90.
Κάποτε θα κατακτούσε τον κόσμο,
άραγε τώρα να θυμάται;
Δακρύζει για όλα αυτά που πέρασαν
και εκείνα που δεν θα έρθουν.
Την αγάπησαν αρκετοί,
γιατί λέει πάντα την αλήθεια.
Την άφησαν όλοι,
γιατί δεν είναι ψέμα.
Τώρα δες την, κάπου σκοντάφτει.
Θα σηκωθεί, δεν θα κλάψει.
Ίσως αύριο να προσπαθήσει ξανά.
Ίσως ο κόσμος όλος να την αγκαλιάσει.
Ίσως η ψυχή της το σκάσει.
Ίσως γίνει τραγούδι που θα το ψιθυρίζουν
μόνο εκείνοι που ερωτεύονται πολύ.
Ίσως απλά ξεχάσει.

ανν.

Άτιτλο

Σακούλες.
Πρέπει να κάνω δύο δρομολόγια για να τις μεταφέρω.
Σακούλες κάτω από τα μάτια
Πρέπει να ξενυχτίσω δύο βδομάδες για να τις αποκτήσω.
Γαμώ τη μοναξιά μου γαμώ.

ødy

Θλίψη σε ντο δίεση μινόρε.



Η βροχή συνεχίζει μέσα μας.
Μέσα μας η βροχή , στέγνωσε.
Τέσσερις γραμμές ακόμα.
Τρεις στιγμές .
Δυο χέρια που ταιριάζουν.
Ένα τσιγάρο.
Μισή γουλιά κρασί.
Μισός και εγώ .
Εσύ μισή.
Ένα ολόκληρο.
Και ύστερα,
Μηδέν.
Τουλάχιστον , μείναμε στους Θετικούς ακαίρεους. 
Μισή γουλιά κρασί ακόμα.
Ακέραιος.
Και εύχομαι
οι προτάσεις που φάνηκαν ακέραιες,
να ήτανε και αυτές,
ρητές. 

Σάββατο 25 Μαΐου 2019

Δυο Βήματα


Λέω να βγω...
Να για να μυρίσω την άνοιξη,
και για να ακούσω το βουητό του δρόμου.
 Να δω τις αμέτρητες
 λευκές πολυκατοικίες,
ίσως να δω και ερωτευμένους,
 να τρέχουν.
Μα.. σκέφτομαι πως
αν βγω τώρα
 πρέπει να αναμετρηθώ
με το ηλιοβασίλεμα.
Και θα χάσω.
 Ύστερα θα αρχίσω
 να κρεμαω ελπίδες,
στις κεραίες
που σκίζουν τον ουρανό.
Μα θα τις πάρει γρήγορα
ο ανοιξιάτικο αέρας.
Κι έτσι θα αρχίσω πάλι
να ονειρεύομαι το τίποτα.
Μα κι αυτό,
δεν θα κρατήσει πολύ
θα με ξυπνήσουν
οι μακρινές σειρήνες,
πολλές σειρήνες.
Οχι, όχι
μετάνιωσα
δεν βγαίνω
Γυρνάω πλευρό
και μου αρέσει ο ήχος
 απ τα σίδερα του κρεβατιού μου.
Άλλωστε,
εχω θέα.
Εναν λευκό,κενό τοίχο.
Κοίτα που αρχίζω να πεθαίνω
πόσο σακάτεψα το μέσα μου..
ούτε δύο βήματα προς
το μπαλκόνι μου
δεν κάνω.
Μου έπεσε βαριά
η εικόνα σου
κι όλο και σε ξεχνάω.

Αθηνά Κ. 

Άτιτλο



Μου πήρε
Δυο εβδομάδες για να δω όνειρό μας.
Κι όταν μας είδα
Ήταν εφιάλτης.
Σου'χα πει πως μ'αρέσουν οι εφιαλτες.
Οι εφιάλτες που σε κυνηγάνε
Ή που αναγκαζεσαι να πεθάνεις
Για να γλυτωσεις.
Γιατι αυτοί μου δίνουν μια αδρεναλίνη
Που δεν τη βρίσκω αλλού.
Όμως ο δικός σου ο εφιάλτης
Ήτανε διαφορετικός.
Κανείς δεν με κυνηγούσε
Κανείς δεν μ'ανάγκασε να πεθανω.
Εγώ σε κυνηγούσα κι σε έψαχνα,
γιατί ήθελα να σε αγγίξω,να σ' αγκαλιάσω...
Εσύ όμως έλειπες.
Κι όταν μου μίλησες μέσα από τα περιεργα τα φωτεινά σύμβολα σου
Εγώ έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου.
Και ξυπνησα προσπαθώντας να σε παρω τηλεφωνο
Να έρθεις από το σπίτι μου.
Ξέχασα μέσα στη ζάλη του κυνηγιού
Ότι όχι απλά δε γίνεται να έρθεις σπίτι μου
Αλλά θα'ταν πιο εύκολο να μας καταπιεί μια μαύρη τρύπα.

Σ.Μ.

Άλλη μια ανούσια ιστορία


Είναι κάτι βράδια, όταν οι περισσότεροι κοιμούνται, που νομίζω πως κάτω από τις πόρτες, μέσα από τις κλειδαρότρυπες και από τα σιφόνια τρέχει νερό, πέφτει στο πάτωμα σιγά σιγά και πριν το καταλάβω γεμίζει τα δωμάτια του σπιτιού. Και η στάθμη ανεβαίνει και εγώ κάθομαι στον καναπέ και καπνίζω κοιτώντας το νερό να ρέει ασταμάτητο, αλλά με σταθερό ρυθμό, χαζεύω τον απέναντι καναπέ, ακούω μουσική, σιγοτραγουδώ "my eyes are black, my jail is dry and I feel nothing no more" και το νερό συνεχίζει να βγαίνει από τις τρύπες που βρήκε διαφυγή, χωρίς βέβαια να βρίσκω εγώ.  Δεν ταράσσομαι, ξέρω πότε σταματάει να τρέχει. Ξέρω πως λίγο αργότερα θα κολυμπήσω πάνω από τους καναπέδες, θα αγγίζω την λάμπα του καθιστικού με την μύτη μου και απλώνοντας τα χέρια μου θα κολυμπήσω προς τον διάδρομο και μετά στα υπνοδωμάτια και ξανά πίσω στο σαλόνι και μετά θα ανοίξω την πόρτα του μπαλκονιού και θα φύγουν όλα τα νερά, θα ξαπλώσω για λίγο στο πάτωμα και θα πάω να κοιμηθώ στα βρεγμένα σεντόνια.  Ή ίσως να κοιμηθώ και επιπλέοντας, αντικρύζοντας το ταβάνι. Τυπικά βραδιά λένε και αηδίες. Και μετά από όλα αυτά τα απλά και καθημερινά αναρωτιέμαι, αν κάποιος επιτέλους θα αγαπήσει τα νερά που τρέχουν από το σπίτι και θα κάθεται στον απέναντι καναπέ, θα κοιτάμε τα νερά, θα βγάζει τις κάλτσες του και θα έρχεται δίπλα μου να ξαπλώσει, θα χτυπάμε τα πόδια μας στο νερό, και δεν θα τρέχει πια. Τότε ,να ξερεις, το νερό δεν θα ερχεται για να κολυμπώ. Θα ερχεται μόνο για να μας κάνει να πλατσουρίζουμε σαν παιδιά, να γελάμε και μετά να κοιμόμαστε αγκαλιασμένοι στον καναπέ πάνω από το βρεγμένο πάτωμα. Θα έρχεται μόνο για να μην το αφήσουμε να μας σηκώσει.

Mindances 

Συνάντηση



Βυθίζονται
Συγκρούονται αρμονικά
Κάπως έτσι παντρεύεται στην κούπα μου
Και η ευτυχία είναι παρόν
Μα τα όνειρα καταζητούμενα
Μια συνάντηση το σημερινό απόγευμα
Η ηδονή φωνάζει
"Μα πόσο χαρούμενη είμαι σήμερα; "
Και νοσταλγεί τα καλοκαίρια που θα γεννηθούν
Δεν κρύβεται ο χρόνος
Παραμένει εκεί στην γωνιά του που του έφτιαξε ο κόσμος
Κρύβεται όμως πίσω από τα δέντρα και μας κοροϊδεύει
Και ο καπνός του κάνει παρέα ταξιδεύοντας
Στο άχαρο μοναχικό δωμάτιο
Σε αυτο που τα ρούχα αγκαλιάζουν το πάτωμα

Δ.Χ.

Η πρόσκληση


 Φορώ ένα στέμμα από αγκάθια και οι άνθρωποι κοιτούν
μιλώντας στα σιγά, τα πιο σπουδαία
φωνάζοντας «Ανάθεμα» ή «Αίσχος» όταν λάχει
κι αδικηθούν κατάφορα από έναν  όμοιό τους.

Ήρθε μια πρόσκληση σήμερα από δύο χείλη, για μια βραδιά κάτω απ' τον κόσμο που γνωρίζω, να 'χω κι ομπρέλα -να μη βυθιστώ στ' ονείρων την άξεστη βροχή.

Κι όμως, η πρόσκληση δεν αφορά εμένα μα όποια εντύπωση οι άλλοι μου προσδίδουν και είναι άδικο να περπατάς στο πλάι ανθρώπων που δε δέχτηκαν ποτέ να σε γνωρίσουν.

Ανώνυμο

Πολυτέλεια


Όταν έρχεται η ώρα του νυχτερινού ύπνου
ξαπλώνω με πρόσωπο στον τοίχο
και με πλάτη στο υπόλοιπο δωμάτιο.
Σαν να περιμένω πως
θα 'ρθείς να με αγκαλιάσεις
κουρνιάζοντας δίπλα μου
από την εξωτερική πλευρά του κρεβατιού μας.

Και ξανά το επόμενο βράδυ
και ξανά το μεθεπόμενο.

Έως ότου φανείς
και η μικρή μου δυστυχία
αποτελέσει πλέον πολυτέλεια.
Πολυτέλεια που εγώ σε έχω
ενώ άλλοι δεν έχουν κανέναν.
Πολυτέλεια που εσύ έρχεσαι συνέχεια
ενώ άλλοι δεν ήρθανε ποτέ.
Πολυτέλεια που εσύ με αγκαλιάζεις
ενώ άλλοι κοιμούνται με την πλάτη τους στον τοίχο.

Σωτήρης Ρούσσης

Ήλιε μου


Πάντα θα είσαι ο ήλιος μου
Γιατί πάντα με γέμιζες με το φως σου
Ποτέ δεν σκέφτηκα όμως τις συνέπειες
Ποιος σκέφτεται τις συνέπειες όταν νιώθει τόσο ευλογημένος άλλωστε;
Ο ήλιος σε καίει αργά
Χωρίς να το καταλαβαίνεις
Δεν μπόρεσα να προστατέψω τον εαυτό μου
Δεν ήθελα να προστατέψω τον εαυτό μου από σένα
Και τώρα, κάθομαι με τις πληγές μου
Νύχτωσε κι ακόμα πονάω
Ακόμα και ο πόνος που μου άφησες είναι γλυκός μέσα στην πίκρα μου
Δεν θα τον άλλαζα με τίποτα
Οι άμυνες μου έλιωσαν στο φως σου
Δεν θα είμαι ποτέ ξανά η ίδια
Θέλω να ξημερώσει
Κλείσε μου το φως

Α.Μ

Άτιτλο


Θέλω να σε σκοτώσω.
Να στρίψω βαθιά μέσα σου το μαχαίρι.
Λίγο πιο δεξιά από τη Μνήμη.
Μα, ο θάνατός σου,
επιθυμώ να είναι ανώδυνος.
Γιατί Εκείνη, δίνει όλο της το αίμα,
σαν γυρίσει πίσω και σταθεί.
Κι ύστερα πονέσει και πλαντάξει.
Και δεν θα μου έχει περισσέψει πια τίποτα,
μόλις μετανιωμένη,
θελήσω να σε σώσω.
Όπως εσύ δεν σκέφτηκες,
λαβώνοντάς με
στο τελευταίο μας φιλί.

Μίλκυ γουέι

Τετάρτη 24 Απριλίου 2019

Άστεγη


Καμία φορά,
όχι πολύ συχνά, μην φανταστείς,
γίνομαι άστεγη.
Όχι όπως αυτοί που βλέπουμε στους δρόμους,
που κοιμούνται σε παγκάκια, σε πλατείες
και σε υπόστεγα.
Γίνομαι άστεγη γιατί δεν υπάρχει κανένα μέρος στον
κόσμο που να μπορώ να αποκαλέσω σπίτι.
Σέρνω το κορμί μου δεξιά κι αριστερά
προσπαθώντας να του βρω μια εστία.
Αλλά δεν βρίσκω.
Όπως τα μικρά παιδιά κλαίνε και θέλουν να πάνε
σπίτι στην μαμά τους,
έτσι κι εγώ κλαίω γιατί θέλω να βρω μία φωλιά να
πετάξω το κουφάρι μου.
Κλαίω ακόμη κι αν βρίσκομαι μέσα στο κτήριο που
άλλες φορές αποκαλώ σπίτι.
Κι ας βρίσκεται μέσα σε αυτό το κτήριο η
δικιά μου μαμά.
Νιώθω νεκρή μέσα μου
και μόνο οι αδένες που παράγουν δάκρυα
λειτουργούν.
Και παράγουν πολλά δάκρυα.
Ξέρεις τι νομίζω;
Ότι όλες εκείνες τις φορές που νιώθω άστεγη και
αναζητώ ένα μέρος να αποκαλέσω σπίτι,
το μέρος αυτό είναι η δικιά σου αγκαλιά.

Ανώνυμο

Ελπίδα



Δώσε μου ελπίδα
Φέρε τη λεπιδα
Σκισε μου τη σάρκα, κάνε την κομμάτια
Δεν γουστάρω πια να ζω τέτοια ζωή
Άκου που φωνάζω
Αν τρομαζεις τρέξε
Πάρε την καρδιά μου να τη νιώθεις δίπλα σου
Θα την αφήσω να χτυπάει για σενα
Αφού σου ανήκει
Σκισε μου το δέρμα σαν παλιά ζωγραφιά
Και κρεμασε με στον τοίχο
Δεν βγάζω νόημα και δεν ξέρω τι κανω
Ξέρω όμως ότι αγάπη τα δέχεται ολα
Τελείωσε με και πετά με στο γκρεμό
Λιωσε με, με το αμάξι
Σπασε μου το λαιμό
Κάρφωσε μου το μαχαίρι στην πλατη
Και μετά χαμογελα γιατί έτσι θα θελα

Α.Μ

Ως το τέλος


Φίλε μου
Τρεις μέρες πριν έλαβα το γράμμα σου
Να σε ενημερώσω
Βρίσκομαι στο σκοτεινό δωμάτιο και πάλι.
 Ξέρεις
Αυτό που παίζαμε μικρά
Και περιμέναμε ένα χάδι
Εκεί που χανόταν το φως
Στις ντουλάπες μέσα.
Φίλε μου
Τα λόγια ξεράθηκαν στο κίτρινο χαρτί
 Θυμάσαι άλλωστε
Πως πάντα μόνος ήμουν
Ανήμπορος να κερδίσω μήνες
Στα λευκά αμάξια
Και τα κόκκινα κορδόνια.
 Δημήτρη
Ξεχάστηκα
Χάνομαι και πάλι
Και ίσως να μην λάβεις ποτε απάντηση
 Δεν ξέρω τι άλλο να σου γράψω
Τα χρόνια μου παρόμοια
 Με μια απέραντη θλιμμένη γη


Singapore Sling

Αστική μοναξιά

Φθαρμένες, μπαλωμένες,
ξανά ξηλωμένες, ξανά σακατεμένες.
Όχι, δεν μιλάω αόριστα.
Για τις ψυχές μας μιλάω.
Την πολυτέλεια
της σύγχρονης ηχομόνωσης,
που δεν μας αφήνει
ν’αγκαλιάσουμε την θλίψη μας
τις ήσυχες βραδιές.
Ποτέ δεν μάθαμε γιατί
η κοπέλα εκείνη
κοιτούσε τόσο επίμονα
πίσω απ’τις κουρτίνες.
Και ποιος είναι ο ένοικος
-από ποιον όροφοπου υποκύπτει καμιά φορά
στα τραύματα του;
Η ηχομόνωση, ξανά,
ως σύγχρονη αναγκαιότητα.
Και να σκεφτείς
ότι τα βολικά μας σπιρτόκουτα
απλώνονται τόσο άσχημα
πάνω στις αρχαίες πολιτείες,
σαν είδωλα της αστικής μας μοναξιάς.

Χριστίνα Π. 

Το γέλιο σου


Πέρασε καιρός απ' την τελευταία φορά που άκουσα το γέλιο σου και σήμερα αφηρημένος άκουσα έναν γνώριμο ήχο.Ένιωσα ότι την τελευταία φορά που άκουσα άνθρωπο να γελάει ήσουν πάλι εσύ.Κάπως ετσι κατάλαβα ότι κατά κάποιο τρόπο έχω αντικαταστήσει τα υπόλοιπα γέλια με κάποια άλλη ανθρώπινη ενέργεια η οποία παραμένει αβάπτιστη στο μυαλό μου.Πλεον αναγνωρίζω μόνο το δικό σου.Σαν να έπαιξες χαλασμένο τηλέφωνο με τους ανθρώπους που με περιβάλλουν .Ξέρεις αυτό το παιχνίδι που παίζαμε παιδιά,μονο που αντί να τους ψιθυρίσεις μια δύσκολη λέξη τους γέλασες και ενώ τους έδειξες με μεγάλη προσοχή πως είναι το γέλιο αυτοι με την πάροδο του χρόνου το αλλοιωσαν.Ίσως πρέπει να έρθεις να τους το δείξεις μια ακόμη φορά ή μάλλον καλύτερα κάνε μου μια τελευταία χάρη και κανε μια παρατυπία, προσπέρασε τους όλους αθόρυβα και κάτσε στην τελευταία θέση, παράκουσε ότι σου ψιθυρίσουν στο αυτί και διέδωσε την ευτυχία με τον δικό σου μοναδικό τρόπο.

Bueno

Εκτός εποχής


Σε μια εποχή όπου
όλα συστήνονται
πολυσύλλαβα
έρχεσαι εσύ
με τις δυο σου συλλαβές

Σε μια εποχή όπου
όλοι κάνουν εκθέσεις
τις πολυγωνικές τους γνώσεις
έρχεσαι συ
-διστακτικά-
και ρωτάς

Σε μια εποχή όπου
τα μάτια
και τα στόματα
κινούνται λαίμαργα
το ευγενικό σου βλέμμα
είναι αυτό
που με χορταίνει

Σε μια εποχή όπου
όλα επιβάλλονται
με το μέγεθος του στηθόδεσμου
και του καβάλου τους
η λεπτή σου παρουσία
περνάει ανάμεσα
και μου χαϊδεύει τα μαλλιά

Σε μια εποχή όπου
όλα μοιάζουν με
πολύχρωμες
μάλλινες κουβέρτες
ξαπλώνεις πάνω μου
σαν καλοκαιρινό
λευκό σεντονάκι
και βρίσκομαι
-ως δια μαγείας-
εκτός εποχής


Σωτήρης Ρούσσης

Άτιτλο


Κάθε φορά που σκέφτεσαι δηλητηριάζεις τη σιωπή.
Ποιος σου πε ότι δεν μπορείς να αλλάξεις το παρελθόν;
Ποιος σου πε  τόσο μεγάλο ψέμα;
"Κάθε ανάμνηση χάνει την αξία της κάθε φορά που κρυφοκοιτάζεις το φωτογραφικό φιλμ του νου". Εκεί δε θα βρεις την απάντηση που ψάχνεις ..παρά μόνο ετοιμόρροπα "γιατί" έτοιμα να καταπλακώσουν το κενό που με λύσσα προσπαθείς να γεμίσεις. Μην αναπολείς ..παραμορφώνεις ότι ήσουν και θα σαι. Σταμάτα να πολεμάς! Αφέσου στην ορμή, αποδέξου τον πνιγμό και άσε το τώρα να ποτίσει κάθε σπιθαμή στα ξερακιασμένα σου πνευμόνια..Πέθανε! Παρά μόνο τότε θα σαι ελεύθερος ..Είμαστε η πνοή ..μέχρι να έρθει η επόμενη. Μην αμφιβάλλεις για το τώρα έως ότου το κάνεις.

"Ζούμε και αναπνέουμε όσες φορές πεθαίνουμε και εκπνέουμε".
 "Όποιος κοιτάζει στο παρελθόν θα είναι πάντα νεκρός".

Ανώνυμο

Άτιτλο


Ηρεμία
Λέξη την οποία ψάχνω καιρό για να κουρνιάσω μέσα της.
 Τί είναι ηρεμία; Και πόσο χρήσιμη είναι για τον καθέναν  από εμάς;
Άλλοτε κανείς, ηρεμία θα ονόμαζε την απόλυτη σιγή, την αδράνεια,
την απάθεια
 Κι άλλοτε κανείς την απόλυτη βουή, τον κορεσμό των αισθημάτων εκείνων, που σε κάνουν να νιώθεις
κενό,
γυμνό,
γεμάτο.
 Σε καιρούς σαν και δαύτους όλοι μας την αναζητάμε , μη γνωρίζοντας αν πραγματικά την επιθυμούμε.
Στην προσπάθεια μας αυτή βουτάμε το βλέμμα μας στην θάλασσα και το ταξιδεύουμε στον ουρανό.
 Λύτρωση ψυχής η εναρμόνιση μας με την φύση.
Η ηρεμία της φύσης βέβαια, ποτίζεται με λογική.
Συνειρμικά και αυθαίρετα προσπαθώ να εκφραστώ σε κάποιο κείμενο, προσμένοντας την δικιά μου γαλήνη ή.. μάλλον ευγνωμονώντας την.
 Η ηρεμία μου εμένα χρωματίζεται με τα χρώματα της λησμονιάς, της εκτίμησης, της κούρασης και της ανεξαρτησίας.
Δένω τα χέρια μου με πείσμα , ώστε να απαγορεύσω να ακουμπήσουν ότι επρόκειτο να διαταράξει την ίδια.
 Και τελικά εύχομαι να νιώσουν όλοι το άγγιγμα της , μα πάνω απ'όλα οι αδικημένοι.


Ανώνυμο

Άτιτλο

Θωρώ τη γλυκιά και κατευναστική της παρουσία και αισθάνομαι πιο ευτυχισμένος από ποτέ.
Τα ακροδάχτυλά της όταν με ακουμπούν ηλεκτρίζουν το ξαναμμένο μου κορμί που φλέγεται για μια στιγμή μαζί της.
Γελάει και με παρασέρνει στο χάος και στη λήθη.
Δεν είναι σαν τις άλλες, φοβάμαι την ιδιαιτερότητά της.
Φοβάμαι εμένα μαζί της.
Φοβάμαι μην την χάσω.

Ανώνυμο

Παρασκευή 22 Μαρτίου 2019

Προδοσία

που δεν είναι άλλη απ' το δικό της καλημεεεέραααααα και το δικό μου σκοτωμένο καλημέρα.
Σκοτωμένο, όπως το βλέμμα σου που χαμηλώνει πάντα στο πάτωμα, λες και κρύβει τα πολλά έψιλον και τα πολλά άλφα.

Α.Κ.

Εποχές απάθειας

Κάθονται στην γωνιά τους τα ζάρια.
Δεν παίζουν το παιχνίδι.
Κι εμείς , καθόμαστε και τα κοιτάμε, δεν έχουμε αριθμούς, πώς θα μετρήσουμε τα βήματα;
Μόνο σαν πιόνια μπορούμε να λειτουργούμε.
Πιόνια οποιασδήποτε κατάστασης.
Όπως κι αν ονομάζεται , οτιδήποτε κι αν είναι…
Η καθοδήγηση μας γέννησε.
Μόνος δεν μπορεί κανείς.
Εκτός κι αν  ρίξεις την ζαριά,
αν αφήσεις τα ζάρια στο τραπέζι,
αν μετρήσεις μέχρι τον αριθμό που έφεραν
και μετά κλέψεις και συνεχίσεις να παίζεις.

Κοράκι

άτιτλο


κάθε φορά που έρχεσαι
δηλώνω ανέτοιμη
με λίγα λόγια
πιο έτοιμη από ποτέ

ευχήθηκα να’ μαι το ποίημα
κι από τότε
δε γράφω μόνο νιώθω

και με γράφεις
τόσο ωραία
που θα μπορούσα να σε

λίγα λόγια είπαμε
άσε τα άλλα
παρηγοριά στις μονες μας ώρες

έλα να το ζήσουμε ρε αλάνι

ανώνυμο 2

Κάτι Κυριακές


Κι είναι κι αυτές οι Κυριακές
Που κόβεις βόλτες σε αγγεία και νευρώνες
Το άρωμά σου διαχέεται στους τοίχους
Μία εικόνα σου γεμίζει τις οθόνες

Δεν σου ζητώ να μ’ αγαπάς
Ούτε καν να μου μιλάς
Θέλω μονάχα πού και πού να με θυμάσαι

Και τα φιλιά που ονειρεύτηκα
να μη μείνουν αναπάντητα

Γάμμα Βήτα

Άτιτλο


Τέμνομαι μεταξύ δίκαιου και αδικίας
Τα όρια συγκεχυμένα κάθε φορά που πατώ σε ένα πλαίσιο.
Υποκατάστατα νόμων με  άνωθεν ισχύ τα πρόσωπα και ο χρόνος.
Δακτύλιοι φωτιάς στα βήματα μου.

Ισορροπώ  σε αυτό το  ασπρόμαυρο δίχτυ του άγχους  που χρόνια μας χωρίζει
Και τα χέρια μας κρυώνει, τώρα που αντί να τα σφίξουμε υποχρεούμαι μιαν απάντηση να δώσω.
Και η ματαιοδοξία μηχανική την κίνηση μου κάνει και αγκαλιά δε θα σε πάρω γιατί τα μάτια δεν αντέχονται να θωρούνται με ντροπή.
Και τώρα ένα μάτσο εκφράσεις στολίδια που τόσο αριστοτεχνικά και άκοπα ζωγραφίζουν τα κίνητρα μας, ολισθαίνουν αργά στο πάτωμα λέξη μετά λέξης, γράμμα μετά το γράμμα.
Και μαζί τους εμείς, ως αν αποτυχημένοι Ερμή-δες της αρετής του είδους,
Πέφτουμε σαν ντόμινο σε διττή κατεύθυνση,
Ξύλο μετά ξύλου,
Ένταση στη σιωπή,
Κραυγή στην ένταση.

Δεν είμαστε παρά καρτεσιανά υβρίδια που τους αφαίρεσαν τα άκρα,
και δε δέχονται να εκθέσουν τον κορμό τους,
 δέσμιοι της ιδέας πως είναι το μόνο εφόδιο τους,
Και έτσι- το χάνουν.

Ανώνυμο

Άτιτλο


Το θολωμένο τζάμι του δωματίου μου αποκρούει τις στάλες της βροχής και με κρατά ζεστή
Τι ζεστή δηλαδή…
Μέσα μου έχει πεθάνει κάθε ίχνος ευτυχίας που υπήρχε πριν φύγεις εσύ
Μιλάω για εκείνο το δειλινό που οι δρόμοι μας χωρίστηκαν…
Ένοχοι αυτής της κίνησης είμαστε εμείς οι ίδιοι που πυροβολήσαμε ο ένας τον άλλον μέχρι θανάτου.
Έπειτα περιεργαστήκαμε αυθόρμητα τα χέρια μας και το μόνο που διακρίναμε ήταν η στάχτη μας…η στάχτη της σχέσης μας…τα απομεινάρια.
Φοβήθηκα τόσο πολύ που έπνιξα μετά βίας ένα ουρλιαχτό μου και εσύ ίδρωσες τόσο πολύ που δεν έβλεπες μπροστά σου από τις κηλίδες που έτρεχαν στο κατευναστικό πρόσωπό σου.
Μόνο που τώρα το πρόσωπό σου είχε αλλάξει μορφή.
Ο θυμός κυριαρχούσε στα μάτια σου τα οποία αντανακλούσαν τρικυμίες ανώνυμων ωκεανών…ξένων και αφιλόξενων.
Πριν καλά-καλά το καταλάβω είχες αποχωρήσει πρώτος από τη σκηνή.
Έπεσε η αυλαία.
Μα το πλήθος των θεατών ακόμα με κοιτά επικριτικά.
Πέφτω κάτω και σπαράζω.
Όπου να’ ναι βγαίνει ο ήλιος.

ΤζοκόνταVI

Το φιλί


Σε ένα βιβλίο διάβασα ότι οι ιθαγενείς της Λατινικής Αμερικής όταν ζευγαρώνουν δεν φιλιούνται.
Το φιλί γι αυτούς μοιάζει παράξενο, ακατανόητο.
Μακάρι να ζούσα ανάμεσα σε αυτούς τους λαούς.
Όλα θα ήταν πιο απλά.
Αλλά δεν ζω.
Για εμάς τους λευκούς τι σημαίνει το φιλί;
Το φιλί στο στόμα.
Γιατί για εμάς αυτή η ανταλλαγή σάλιου, όπου οι μύτες χτυπάνε άβολα και οι γλώσσες αγγίζονται, αποπνέει ερωτισμό;
Τι ένστικτα μας ξυπνάει που οι ιθαγενείς της Λατινικής Αμερικής δεν έχουν;
Δεν ξέρω.
Ο Ρόμπερτ Μ. Ντρεικ λέει ότι πάντα πρέπει να εκτιμάμε την στιγμή ενός πρώτου φιλιού γιατί ίσως είναι η τελευταία φορά που η καρδιά μας μας ανήκει.
Πώς γίνεται να παύει να μας ανήκει η καρδιά μας με ένα απλό φιλί;
Μα τι είναι το φιλί επιτέλους, τι σημαίνει και πώς γίνεται να μας κλέβει την καρδιά;
Πώς γίνεται να χάνουμε το μυαλό μας εξαιτίας του;
Πως είναι δυνατόν μια τόσο φαινομενικά απλή πράξη να ταλαιπωρεί τις σκέψεις μας για μέρες;
Δεν ξέρω.
Ξέρω όμως ότι σήμερα ζηλεύω πολύ τους ιθαγενείς της Λατινικής Αμερικής.

Ανώνυμο

Μια μέρα, μια στιγμή



Ανατολή σαν όλες τις άλλες -νομίζεις.
Ξύπνημα ύστερ’ από νύχτα του τύπου,
τάση στο μηρό που συνοδεύει το κυνήγι
για την ανάδυση του
πλαστικού, ως μαρμάρινου, σώματος,

Να σκέφτεσαι, ν’ αναπολείς
την ομορφιά που πάλι σε ξένα μάτια βρήκες,

ένα γλυκό μυστήριο έχουν συντροφιά,
μα βιάστηκε ν’ ανθίσει ενθουσιασμός·
πίσω απ’ την ξένη αυλαία σού έμελλε

γκρεμός

και στη γη του παραδείσου, ξανά, δε μπήκες |

Μια μέρα, μια στιγμή· σαν ριπή οφθαλμού.
Μια μέρα, μια στιγμή· έκλεψες το βλέμμα μου.


Εμπιστευτικός

Και πώς να μου το συγχωρέσουν αυτό


Προσπάθησα πολύ αλλά δεν τα κατάφερα.
Βλέπεις η καρδιά του μωρού χτυπάει κάπως ανορθόδοξα.
Και φταίω εγώ γι' αυτό;
Ε, ποιος να φταίει, εγώ φταίω.
Φωνάζουν σιωπηλά πως είμαι μια αποτυχημένη επιτυχία
μια ισόβια ατυχία.
Και στο βάθρο της μητρικής εργατιάς
θρονιάζονται τα βλέμματα αθόρυβα.
Το βλέπω, εγώ φταίω.
Και πως να μου το συγχωρέσουν αυτό;
Δεν μπορείς να με βοηθήσεις εσύ από κει κάτω.
Έρχεται το μωρό.
'Ερχομαι και γω.

Ρούσσης Σωτήρης

Μόνό Έρωτάς

Τελικά υπάρχουνε χαμένοι έρωτες ; Και άμα υπάρχουνε πως θα τους μετράς ; Είναι χαμένοι μόνο αυτοί που ξεκινήσαν και δεν ολοκληρωθήκαν ; Ή μήπως μετράς και αυτούς που δεν ξεκίνησαν ποτέ ; Άρα χάνω κάθε στιγμή και από έναν . Ή δεν έχασα κανένανε ποτέ . Μόνο εσένα έχασα Που δεν υπάρχεις και χαμένη ερωτάς • Τελικά υπάρχουνε χαμένοι έρωτες ; Και άμα υπάρχουνε πως θα τους μετράς ; .Α

Κυριακή 17 Μαρτίου 2019

Άτιτλο


Και με τυράννησε η σκέψη ότι σε είχα ξεχάσει
και έφυγες σαν κλέφτης από τα όνειρα.
Τα μάτια ορθάνοιχτα να προσπαθούν να θυμηθούν,
τα χέρια σφίγγουν τα σεντόνια γιατί δεν πονάει
πια η απουσία σου.
Σκέφτομαι ότι μου αρέσει που έχει σκοτεινιά έξω και μπορώ να κρύψω το αμαρτωλό μου χαμόγελο.

Δ.Κ

κλιματική αλλαγή



κάτω από ένα αδιάκριτο πορτοκαλί φεγγάρι
τόλμησες
και, σαν από ελεημοσύνη,
αντί να αφήσεις να με απολιθώσει το ψύχος
με φίλησες και έλιωσε
όλο το χιόνι στο λόφο

αχ, ας άφηνες τη φύση στην ησυχία της,
ως είχε
πλημμύρισε ο τόπος
ελπίδες ατελέσφορες
να βαραίνουν το οικοσύστημα-
δε θ'αντέξω κι άλλη οικολογική καταστροφή

βλέπεις τώρα τι έκανες;
από δω κι ύστερα
πάντα θα ονειρεύεσαι ότι με κρατάς,
μα πάντα θα ξυπνάς
μόνος.

ungrateful

Nυχτερόβια φώτα


Πάντα απολάμβανα τις βουβές νυχτερινές περιπλανήσεις.
Νύχτες ποίησης και αδιάκοπης φλυαρίας με την ίδια σου την ύπαρξη σε κάνουν να αναρωτιέσαι  μέχρι και για τον τρόπο δημιουργίας εκείνης της φωτογραφίας που σιγοστέκει στο ξύλινο έπιπλο του σαλονιού,που τόσο καιρό αγνοούσες.
Νύχτες σιωπής και ατελείωτου πάθους.
Νύχτες άδειων δρόμων και κρυφών οργίων.
Νύχτες τύψεων,λες και απάτησες το ίδιο το ξημέρωμα,λες και για μια λεπτομερής στιγμή έπαψε να υπάρχει.
"Το ξημέρωμα εξαφανίστηκε",φωνάζει ένα παιδί στην μέση του σιωπηλού δρόμου,γεμάτου αβεβαιότητα, και βυθίζεται στους υπονόμους.
"Το ξημέρωμα πλησιάζει",του απαντάει εκείνη η παράξενη γιαγιά που στέκεται απειλητικά στην καρέκλα του μπαλκονιού της ρουφώντας το τελευταίο τσιγάρο του πακέτου της,ζωγραφίζοντας κόκκινα τα πνευμόνια της και αφήνοντας τον πόνο να εξατμιστεί με τον καπνό της τελευταίας της τζούρας.
Νύχτες αχαλίνωτης μοναξιάς και έρωτα με την αντανάκλαση του καθρέφτη μας.
Νύχτες ουρλιαχτών που ακούνε μόνο όσοι μένουν ξύπνοι.
Οι νεκροί κοιμούνται.
Οι κοιμισμένοι φοβήθηκαν και έγειραν στην ασφάλεια του παπλώματος τους, ελπίζοντας πως το ξημέρωμα θα τους εκπληρώσει εκείνη την επιθυμία που έχουν κλειδώσει στο συρτάρι,δίπλα στο κρεβάτι,που μοιάζει ανύπαρκτο μέσα στο σκοτάδι.
Και όμως εγώ καθισμένος στο απόλυτο σκοτάδι ,βλέπω άπειρα συρτάρια.
Τα συρτάρια χάθηκαν στο φως και η νύχτα τα καλωσόρισε.
Για αυτό αγαπάω την νύχτα.
Γιατί είναι ονειροπόλα και σιωπηλή.
Γιατί ανοίγει τα συρτάρια και τα καίει φανερά,ενώ οι άνθρωποι κοιμούνται βαθιά.
Γιατί  υπάρχει στο ατελείωτο της στιγμής και ξυπνάει με την βιασύνη του φόβου.
Γιατί εκείνη κατά βάθος δεν φοβάται,είναι συμφιλιωμένη με την σκοτεινή της φύση
και  έτοιμη να υποδεχθεί το φως.
Ενώ το φως;
Κοιμάται σβήνοντας τον εαυτό του.

Δημήτρης Κονταράτος

Το φάντασμα


Αργά το βράδυ
Είπα να τηλεφωνήσω σ’ ένα φάντασμα.
Παραδόξως όμως, δεν χωρούσε στη φαντασία.
Παραήταν σκληρό το άτιμο…
Και άκαμπτο.
Και τ΄αγκάθια του πολλά.
Πώς ν΄αντέξεις…


Ανώνυμο

Νεροποντή



Μπερδεύεις τους ήχους της βροχής.
Τις στάλες στον υγρό δρόμο
Τον κρότο που άκουσες μετά την λάμψη.
Το σφύριγμα του ανέμου.
Νομίζεις πως είναι η φωνή.
Ή φωνή που προσμένεις να φτάσει και πάλι στα αυτιά σου.
Μέρες τώρα.
Χρόνια.
Και θυμάσαι.
Θυμάσαι ξανά τα λόγια.
Κάθε σταγόνα και μια λέξη ή μια συλλαβή..
Φράσεις ολόκληρες.
Ξεκινά καταιγίδα, νεροποντή.
Χάνεσαι, τι να πρωτακούσεις;
Τι να κρατήσεις;
Τι να αφήσεις;
Κατακλυσμός.
Το νερό έξω..
Οι σκέψεις μέσα..
Οι θύμησες, νερό κι αυτές.
Πρόσεχε!
Σε πνίγουν!
Ψάξε τρόπο να σωθείς.
Ένα φωσάκι μέσα απ' τα σύννεφα.
Ψάξε κι άλλο..

Θ.Π.

Μίασμα


Εραστής της μετουσίωσης, του νόθου, του παλμού
Εξουσιαστής του πρότερου, στο μέλλον θιασώτης.
Απόμερος και μίζερος, σκυφτός, ιδεαλιστής.
Καλπάζει κάθε ανατολή, γυρίζει όμως τη δύση.

Φαντασιώνεται ουρανούς και χώματα κοινόβια
Ξεροσταλιάζει με αργαλιούς, παράπονα, μπουζούκια
Ελπίζει σε νεόφερτους, σε σκοτς, σε ντισκοτέκ.

Εμείς δε γεννηθήκαμε τη νύχτα σε στρατώνες
Σαράγιεβο δε ζήσαμε, σκούριασε το καρφί.
Τα μπλουζ μου εγώ τα βίωσα πετώντας τα γαρύφαλλα
Τι φειδωλή η νιότη μου, στην κόψη έχει καμπή.

Στείλε μου ένα μήνυμα, στο αιώνιο σταλαχτίτη.
Στη μοναξιά εξώδικο, δικαιολογητικό.
Πάρε με ένα τηλέφωνο, χάιδεψε την οθόνη
Με τα καλώδια αναμετρήσου, δώσε μου ένα ρεπό.

Δε θέλω δέσμευση, δεν ήθελα ποτέ μου
Το πάθος σου ατόφιο, αυτό το απαιτώ.
Καφέ πικρό το σούρουπο, βαρύ γλυκό τη μέρα
Της απραξίας μας ο γιος είναι το σ’αγαπώ.

Και ας είμαι τόσο άμαθη που εσύ να μετανιώνεις
Και στο κρεβάτι σου μπιζού, μαρμάρινο γλυπτό
Είναι μικρό το μίασμα και λίγη η συστολή μου
Μιας και δεν είχες ποταμό για τον καθρεπτισμό.

Νερόβραστο το ποίημα μου
και η στοργή  από σπόντα.
Αναπολώ ενέργειες και δράσεις και ορμές
Μα σαν κεράκιατις  βαστώ σφιχτά  την αφορμές.

Α.Γ

Τζοκόντα

Έπειτα κάθισε στο σκαλοπάτι της αυλής και με κοίταξε
Δεν άντεξα
Της εξέφρασα τα συναισθήματα μου γι’αυτήν
Το πώς πάλλεται η καρδιά μου στο άκουσμα του ονόματός της
Το πώς πεθαίνω όταν αισθάνομαι την παρουσία της δίπλα μου
Το πώς χάνομαι όταν με αντικρίζει
Το πώς αυτοκτονεί κάθε ίχνος δυστυχίας μέσα μου όταν μ’ακουμπά
Το πώς ξαναζωντανεύω όταν ανοίγει γλυκά το  στόμα της και με φιλά.

Λ

Στην Ρ


Εμείς οι άνθρωποι, μόνο ίσκιους βλέπουμε.
Πραγματικότητες σε μηδέν και ένα.
Προβολές συναισθημάτων, σε δακρύβρεχτες οθόνες.

Τα γυαλιά στάζουν.
Τα γυαλιά, μας σπάζουν.

Εμείς οι άνθρωποι, ξεχάσαμε να γυρίσουμε το κεφάλι προς τον ήλιο.
Όχι από το φόβο να τυφλωθούμε.
Μα ξεχάσαμε πως αυτός,
είναι εκεί .

Και εγώ ξέχασα.
Ξέχασα και τους μύες του αυχένα.

Εσύ,
πήρες τον ήλιο και μου τον έφερες μπρος στα μούτρα.
Τόσο κοντά που είδα το υδρογόνο να απεργάζεται το ήλιο.
Με ένα σου χαμόγελο,
έκρυψες τις σκιές πίσω από το ηλιοστέφανο σου.

Όταν έφυγες απ’ την αυλή μου,
το χαμόγελο μου έλιωσε•
πίσω από την κάψα των σκιών που με περιέβαλαν.
Και γινήκαν πιο μεγάλες
και πιο τρανές από ποτέ.
Τόσες ,
που τα όνειρα εμοιάξαν πιο αληθινά από το ξύπνιο.

Θα φωτίσω κάποτε.
Το νου μου.
Με κεριά από λευκές κορδέλες , φυλαγμένες.
Με φανάρια από γλώσσες , μετρημένες.
Με λαμπατέρ καμωμένα από κεράσια.

Με το όνειρο .

Και τότε θα σπάσει σαν λυγμός η λήθη μου.
Θα απλώνεσαι μπροστά μου όμορφη και αρκετή.
Το στεφάνι θα ανοίξει σε περισσότερα.
Ο κόσμος όλος θα είναι ένα στεφάνι.
Ένα στεφάνι που καίει υδράργυρο.

Και τα μάτια σου,
θα είναι ο ίσκιος που απλώνω την ψυχή μου να ξαποστάσει.

5:38 π.μ


Τελικά με το να μετράς προβατάκια δεν σε παίρνει ο ύπνος πόσο μάλλον χαμένους έρωτες.Θα ρίξω το φταίξιμο για τις αϋπνίες στους πολλούς καφέδες που ήπια και όχι στο μόνιμο θέμα που σκέφτομαι πριν κοιμηθώ. Κάθε φορά νιώθω και πιο αξιολύπητος όταν γράφω για εσένα καθώς ξέρω ότι ποτέ δεν θα διαβαστούν απ'τα δικά σου μάτια και κάθε φορά λέω ότι θα είναι και η τελευταια. Νιώθω σαν έναν χρόνιο ναρκομανή που λέει με αποφασιστικότητα ότι θα σταματήσει και παράλληλα τρυπιέται. Σήμερα σκεφτόμουν πόσο με έχει γοητεύσει το ονοματεπώνυμο σου όχι σαν λέξεις αλλά σαν σχέδιο, άλλοι ερωτεύονται τα νούμερα των τηλεφώνων. Εγώ έτυχε να ερωτευτώ το σχέδιο που αφήνει πάνω στο τηλέφωνό μου το ονοματεπώνυμο σου. Δοκίμασε να το δεις θαμπά και θα καταλάβεις τι περίπου εννοώ. Μπορεί αυτές οι παράξενες σκέψεις να ευθύνονται στο ότι έχω καιρό να σε δω και έτσι ψάχνω κάτι καινούριο από εσένα να ερωτευτώ. Ίσως αν συνέχιζα να σε βλέπω και παρέμενα ερωτευμένος με το φαγωμενο σου πρόσωπο και το εκκωφαντικό σου γέλιο στην κάθε σου κλήση να έβλεπα μια απλή αλληλουχία γραμμάτων.

Bueno

Άτιτλο


Μέσα στις σιωπές κατάλαβα πως μπόρεσε η αλήθεια να ξεπροβάλει .

Τα μάτια είναι αυτά που πάντοτε λένε την αλήθεια και για αυτό σιωπούν .
Για αυτόν τον λόγο εκφράζονται βουβά ,
δημιουργώντας σύννεφα και ύστερα καταιγίδες .

Σαν κοιτούσε ένθεη το πρόσωπό του γιόρταζε δειλά δειλά
Σαν παιδί που κλέβει πονηρά από το βάζο το γλυκό .

Όπως αισθάνεται η γη το πρωτοβρόχι , έτσι ένθεη αισθανόταν κάθε του συναίσθημα .
Τύχη και ευλογία να σε σκεπάζει η ενσυναίσθηση και να καλύπτει τη μοναξιά.

Δειλά δειλά γιορτάζοντας με το φεγγάρι έδυε ξανά και ξανά .

Ανώνυμο

Αντίστροφη στροφή.


Πνίγεσαι στο εδώ
Σώζεσαι στο εκεί
Έχοντας την ελπίδα για σύντροφο
Τώρα...
Κατάλαβες την απάτη
Κατάλαβες την ελπίδα
Πνίγηκες!
Το τέλος γίνεται αρχή διαβάζοντάς το αντίστροφα.


Lluvia

Το όνομα στο κουδούνι δεν άλλαξε ποτέ


Σου ήρθαν τα νέα;
Ξενοίκιασα. Πάει κι αυτό.
Τα χνάρια μου σβήνουν ένα-ένα,
σαν θλιβερή αλληλουχία.
Να δεις, σε λίγο
θα είναι σα να μην υπήρξα ποτέ.
Να το δεις, ε;
Σου έκανα κι αυτή τη χάρη.
Μου είπαν πως το όνομα στο κουδούνι δεν άλλαξε ακόμη.
Ξέχασαν, βέβαια, να αναφέρουν εάν
ένα "σ’αγαπώ” γραμμένο με στυλό,
συνεχίζει να καταπατά το επίθετό μου
κι εάν, στην τελική, υφίσταται ακόμα,
ως τελευταία πράξη ενός σύμπαντος
που και υπήρχαμε και αγαπιόμασταν
και μας ένοιαζε αρκετά, ώστε να το αποτυπώσουμε.
Τώρα πια, από κάποιο άλλο σύμπαν,
σβήνουμε και γράφουμε τον μεγάλο μας επίλογο.
Εγώ γράφω,
εσύ σβήνεις.
Εγώ ονειρεύομαι την χάρτινή μας πόλη,
κι εσύ κρατάς τα σπίρτα στα χέρια σου.
Τι λες;
Θα της βάλεις φωτιά;

Ανώνυμο

Πώς το λένε


Αυτό δεν ήταν έρωτας /γουστάρισμα  / πάθος ή όπως αλλιώς το λένε τελοσπάντων
Ήταν ελπίδα
Μια κατάσταση δίνης που ρουφούσε ενέργεια, συναισθήματα, όρεξη για ζωή
Μια κίνηση δύο παράλληλων γραμμών που τεμνόντουσαν
Όταν εκείνος το επιθυμούσε
Και εκείνη ακολουθούσε, έρμαιο των προσδοκιών της για κάτι πιο έντονο
Για έναν έρωτα / μια έλξη δύο σωμάτων ή όπως αλλιώς το λένε τελοσπάντων
Ήταν σύγκρουση μιας γραμμικότητας από την πλευρά του και
Μιας ελπίδας για ένα πλοτ τουίστ από την πλευρά της
Και στο μεταξύ ένα εκκρεμές συναισθημάτων, μια ανάγκη επαναπροσδιορισμού
Του εαυτού της
Μια προσπάθεια άμβλυνσης των συναισθημάτων της από γκρίζες ζώνες
Και όταν έρχεται εκείνη η στιγμή της συζήτησης και του επαναπροσδιορισμού
Του δυαδικού συστήματος που έχουν ορίσει
Βγαίνουν στην επιφάνεια λέξεις χωμένες από τα έγκατα του συναισθηματικού της κόσμου
Για να ξαναπεί άλλη μια φορά στον εαυτό της το επανειλημμένο ψέμα:
Είμαι κουλ ή καλύτερα πρέπει να γίνω
Για να έρθει ο έρωτας / η κάβλα ή όπως αλλιώς το λένε
Η ματαιότητα στα καλύτερά της και
Η προσδοκία / ελπίδα ή όπως αλλιώς το λένε στα χειρότερά της

μαύροι κύκλοι

Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2019

Άτιτλο


Ξάπλωσε,
ξάπλωσε, σε παρακαλώ
μαζί μου,
είσαι αγάπη απροσπέλαστη.
Ξάπλωσε αν μπορείς στο πλάι μου,
λυσίκομη κι αγέλαστη.

Ρίξε για άλλη μια βραδιά
στο στέρνο μου τα μαλλιά σου κύμα
που θέριεψε, σταχτιά,
κι ας είν' αυτή η θάλασσα
τ' ολοδικό μου μνήμα.

 Absurdist

;


Όταν ήσασταν παιδιά
πήρατε από τους γονείς σας
αυτό που σας έδωσαν
τώρα το ξέρετε
το ξέρετε το ξέρετε
το δεδομένο
εκεί που υπάρχει η τελεία
εσείς ξέρετε.

ένας  μόνο
δεν ήξερε δεν ήξερε
και ρώτησε
και κάτω απ’ την τελεία
πήγε
και κρεμάστηκε.


ανώνυμο

Άτιτλο


Θυμάμαι να σε αγκαλιάζω.
Το κορμί μου να ακουμπά στο δικό σου,
Σαν κλαδιά που μπλέκονται σε αναταραχή λόγω του ανέμου.
Η αγκαλιά σου ζεστή, αγνή, λυτρωτική.
Εισαγωγή στην απαλή ζέστη και τις μυρωδιές της άνοιξης.
Αν μπορούσα θα έμενα μέσα της για πάντα.
Σ’ αυτό το κουκούλι που έφτιαξες για μένα.
Εποχή πια ξεχασμένη. Νοσταλγία.
Η αγκαλιά σου πια ξένη, αφιλόξενη, άχαρη.
Μου την πήρες μακριά, πριν τελειώσει ο χειμώνας.
Τίποτα το όμορφο σ’ αυτή.
Τώρα πια αγκαλιάζω τις στάχτες.
Τις αγκαλιάζω σφιχτά.
Δεν θέλω να τις χάσω.
Δεν θέλω να σε χάσω.
Με καίνε όμως και πονάω.
Μέσα από αυτές τις στάχτες, δεν θα ανθίσει λουλούδι.
Η άνοιξη δεν θα έρθει.
Η άνοιξη πέθανε.

Β.

Άνθρωποι


Μια βόλτα,ένα πρωινό στο κέντρο της Αθήνας
Πρώτη στάση Μοναστηράκι.
Μπαίνω στο τρένο
Κάθομαι δίπλα στο παράθυρο και αρχίζω να παρατηρώ τους ανθρώπους γύρω μου.
Υπέροχα πρόσωπα.
Κάθε πρόσωπο ξεχωριστό
Με την δική του ομορφιά και μοναδικότητα
Άλλα ρυτιδιασμένα
Άλλα νεανικά με το άνθος της νεότητάς τους  και την χαρά της ζωής αποτυπωμένη στο πρόσωπο τους.
Πρόσωπα στεναχωρημένα,ταλαιπωρημένα,νευριασμένα
Άλλοι χαμογελούν
Άλλοι κρύβονται στην σιωπή τους -Αυτούς τους αγαπώ λίγο περισσότερο.
Έφτασα στο προορισμό μου.
Τα στενά της πλάκας τα  μεσημέρια του καλοκαιριού είναι η αγαπημένη μου συνήθεια
Συνέχιζα να παρατηρώ
Άνθρωποι που γυρνούν κουρασμένοι από την δουλεία τους
Τρέχουν στο άγχος και στην ένταση της καθημερινότητας τους
Βιβλιοπώληδες
Ψαράδες
Μουσικοί
Καλλιτέχνες
Ο καθένας με την δική του ιδιότητα
Πάντα με μπέρδευαν οι άνθρωποι
για αυτό έμαθα να τους κοιτώ στα μάτια
Μάτια μεγάλα
Μάτια μικρά
Μάτια κάθε λογής
Οι ανθρώπινες σχέσεις είναι περίεργες σαν εμάς
Σαν εσένα
Σαν εμένα
Πότε δεν θα καταλάβω πως λειτουργούν  οι άνθρωποι
Εδώ καλά καλά δεν έχω καταλάβει τον εαυτό μου
Ήμαστε αλλόκοτοι από την φύση μας
Μ αυτό μας κάνει ξεχωριστούς.
Από την μια η αγάπη που είναι η πιο όμορφη σχέση μεταξύ των ανθρώπων
Να αγαπάς και να σε αγαπάνε
Δεν υπάρχει ομορφότερο συναίσθημα.
Από την άλλη έχεις την φιλία που σε ενώνει
Σπάνια στις μέρες μας
Μα αξίζει να προσπαθήσεις για αυτήν
Έχεις το μίσος ,την έχθρα
Αν σκεφτείς τα ωραιότερα ποιήματα γράφτηκαν για τους ανθρώπους
Οι ωραιότεροι πίνακες αναπαριστούν ανθρώπινες καταστάσεις
Και μετά πες μου αν ο άνθρωπος δεν είναι τέχνη.

έλπι παναγιωτοπούλου

Κάποια πρωινά παγωμένα


Είναι κάποια πρωινά παγωμένα
ο ήλιος δεν είναι αρκετός να τα ζεστάνει
έχουμε στρώσεις δέρματος που τον εμποδίζουν
να φτάσει στις καρδιές μας.
Και  οι καρδίες μας ευθύνονται για αυτό το κρύο.
Η βροχή και  το χιόνι είναι  αθώα πράγματα
συνθήκες  της φύσης που είμαστε φτιαγμένοι να αντέχουμε.
Οι σκέψεις και τα συναισθήματα είναι αυτά
που παγώνουν κάποια πρωινά την ατμόσφαιρα,
την κάνουν κρύα, λευκή  και  άρρωστη .
Αυτό που δεν μπορούμε να αντέξουμε
είναι αυτό που εμείς δημιουργήσαμε.
Ο πόλεμος, η αποξένωση , η μοναξιά
δημιούργημα ανθρώπου που κάποιο πρωινό πάγωσε
και τον κατάπιε ο λευκός λαβύρινθος του μυαλού του.
Τον ήλιο που θα φτάσει μέσα μας δεν τον δημιουργήσαμε ακόμη.
Και δεν θα το κάνουμε αν δεν βγούμε από το δικό μας λαβύρινθο.
Όλοι μαζί και ο καθένας  μόνος
απέναντι  σε αυτά τα κάποια πρωινά παγωμένα.
                       
 Μάνια

Σώμα.

Το σώμα γράφει για το πνεύμα και το πνεύμα για το σώμα.
Μια σχέση άρρηκτα συνδεδεμένη και ολιστικά εξαρτημένη. Αμφίδρομη και έμφυτα συγκρουσιακή.
Το σώμα δανείζει το χέρι και δανείζεται τις λέξεις, τις μνήμες, τις ανάγκες, τα πάθη και τους προβληματισμούς. Αμφότερη η δημιουργία των αισθήσεων. Συναινούν και συμπράττουν γι’ αυτές.
Το πρώτο πείραμα: τα χείλη της στον καρπό του. Με την ταχύτητα του φωτός το άγγιγμα, γίνεται πληροφορία που στέλνεται στον εγκέφαλο. Ικανή να ερεθίσει ακόμα και τον πιο αδρανή και τεμπέλη νευρώνα. Με τη σειρά τους, την στέλνουν πίσω και η μέχρι πρότινος «πληροφορία» μεταμορφώνεται σε «αίσθηση».
Διαχέεται σε ολόκληρο το σώμα. Ένα κροτάλισμα της σπονδυλικής στήλης, δείγμα αρκετά ισχυρό, για να αποδείξει την επιτυχία του πειράματος.
Σώμα και πνεύμα απολύτως ενεργά, αιώνιοι σκλάβοι των αισθήσεων, αδημονούν για το επόμενο κροτάλισμα.

Ανώνυμο

Εν έτει 19


Άσχημα στιχάκια
Γεμίζουν τους άσχημους τοίχους μας
Όμορφες ζωγραφιές παιδιών κρύβονται
Στα πατάρια των αστών
Όμορφοι άνθρωποι κλεισμένοι σε 10 τετραγωνικά να τρώνε και τρίτη μέρα μακαρόνια
Πως αντέχεις αυτή την εξαθλίωση
Ξυπνάω το πρωί με ένα σύννεφο από πάνω μου
Αν ο κόσμος ήταν ένα λευκό χαρτί
Θα ήταν όλο κόκκινο
Το πράσινο, το γαλάζιο, το κίτρινο
Πέθανε
Μαζί με τα παιδιά που  πνίγηκαν στο Αιγαίο σας
Μαζί με τις βόμβες που πήραν την θέση της βροχής
Μαζί με τις καρδιές νέων που πέθαναν
Για κάτι γραμμές που εσύ ονομάζεις
Σύνορα
Δεν πιστεύω πλέον στην ψεύτικη ευτυχία σου αστέ
Που σε κάνει περήφανο ακόμα η ιδέα του μέγα Αλεξάνδρου
Η περικεφαλαία του Περικλή
Και ο Πλάτωνας
Εσύ τι έχεις προσφέρει;
Θα έπρεπε να ντρέπεσαι που νιώθεις περήφανος για τους παλιούς Έλληνες
Θα έπρεπε να ντρέπεσαι που σκοτώνεις κάθε μέρα μετανάστες
Δεν θα σου χαλάσουν την ήδη κατεστραμμένη χώρα
Κάτσε τώρα να δεις τις ειδήσεις σου
Και φώναξε στη γυναίκα να σου φέρει μπύρα
Και απάντησε μου στην ερώτηση
Ήταν Μάρτης η Οκτώβρης;

Α.Μ

Άτιτλο



Μεσοπέλαγα, πάνω στο κρεβάτι τρίζω,
Ταραχή ο νους και ο χρόνος
Κι όλοι πέφτουν σαν αυτή τη στιγμή σε ύπνο.
Με αισιόδοξη σκέψη αφήνω κι εγώ τη μέρα , μην μας κερδίσει η εποχή και η οργή
μας ας μας συντρίψει η αγάπη …

lupus

Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2019

732(Ζ.Πηγή-Αγ.Φανούριος)


Πόσο όμορφα είναι σήμερα. Το σκυλί της απέναντι ταράτσας όταν μας είδε κούνησε χαριτωμένα την ουρά του μια κίνηση που κάνει μονάχα όταν το αφεντικό του αποφασίσει ότι είναι η μέρα του για βόλτα.Βρίκω ενδιαφέρον ακόμα και το σχέδιο που έκαναν στον αφρό του καφέ μου.Δεν ξέρω τι ακριβώς σχηματίζει αλλά ξέρω τι ακριβώς θύμισε σε εμένα. Όσο για εκείνο το αστείο που μου είπες μου έφτιαξε όλη την μέρα ακόμα και αν ήταν κάτι τόσο ανούσιο και παιδικό,και ξέρεις κάτι ίσως το ασφυκτικά γεμάτο λεωφορείο μας κάνει ένα ,άσε τις γιαγιάδες να μαλώνουν για τις θέσεις και έλα στην αγκαλιά μου αφού έτσι μας ανάγκασαν. Τελικά η κίνηση στον δρόμο είναι ένα από τα ωραιότερα φαινόμενα της σύγχρονης εποχης,την είχα παρεξηγήσει..

Bueno

Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2019

Άτιτλο

Αν είχα ένα βλέμμα
Να αντικρίσω τούτη την μάτια του κόσμου
Σου είπα ότι φοβάμαι κάμποσες φορές
Λόγια δειλού και αδύναμου
Τις απαισιοδοξίες τις άφησα κλειδωμένες στο συρτάρι
Όπως και το τετράδιο μου που παραμένει κενό
Η φωνή μου
οι μπλε γραμμές του με κοιτάζουν
Και φοβάμαι να τις αντικρίσω εγώ η ίδια
Σου φώναξα "συνέχισε, προχώρα! "
όσο πιο δυνατά μπορούσα
Δεν ακούγομαι και το νερό με πνίγει
Όμως θα 'ρθουν, δεν ξεχνούν αυτοί
Θα σε αρπάξουν και θα σου σκοτώσουν τα όνειρα
Θα τα πατήσουν με τα ακριβά παπούτσια τους
Και εσύ θα με κοιτάς με τα κενά σου μάτια
Σαν να μην έγινε τίποτα
ΞΥΠΝΑ! ΞΥΠΝΑ! ΞΥΠΝΑ!
δεν έχουμε ξυπνητήρια εδώ, χάλασαν
Δεν νιώθω, είπες
συνήθισα, είπες
Είναι η ρουτίνα μου

Δ.Χ.

Άτιτλο


Με χτυπάν και δεν φωνάζω
μου επιβάλλονται και δεν μιλάω
με λένε  χοντρή
με λένε τρελή
με λένε κρύα
με λένε άχρηστη
με λένε αδιάφορη
με λένε κότα
Σαν να είμαι μισή 
σαν να είμαι λίγη 
 
Πώς να μου συγχωρέσω τόσα χρόνια σιωπής
Πώς θα με συγχωρέσουν που γεννήθηκα γυναίκα.

Ανώνυμο

Άτιτλο



Είσαι σαν το έρεβος το βράδυ της Παρασκευής και εγώ τώρα ξεκινάω με την καρδιά μου να σου στείλω ένα δέμα μέσω του οποίου η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει καμία ώρα που ο καθένας μας έχει συνηθίσει να βλέπουμε μοντέλα και παρτιτούρες του χρόνου και θα κατέβω στο κελάρι της ψυχής σου να συναρμολογήσω το παζλ του χαρακτήρα σου.

Ο.

Πού είσαι;


Σε αναζητώ στην ζούγκλα.
Δεν είναι ζούγκλα σαν αυτή του Αμαζονίου.
Είναι τσιμεντένια ζούγκλα.
Τα δέντρα της είναι κτίρια και οι ιθαγενείς της είναι κουστουμαρισμένοι μικροαστοί που τρέχουν να προλάβουν τις δουλειές τους.
Το όνομα της Αθήνα
Καπού εκεί μέσα βρίσκεσαι εσύ
Καπού εκεί μέσα ψάχνω να σε βρω.
Σε σταθμούς του μετρό
Σε στάσεις λεωφορείων.
Σε δημοσιές και ιδιωτικές υπηρεσίες.
Σε πολυσύχναστα καφέ και καφενεία.
Σε αμφιθέατρα και αίθρια πανεπιστημίων.
Σε πλατείες, λόφους και πάρκα
Σε μπαράκια και αφτεράδικα.
Ρωτάω ανθρώπους στον δρόμο για σένα
Γνωστούς και άγνωστους.
Ζωντανούς και νεκρούς.
Έλληνες και ξένους.
Νέους και γέρους.
Άντρες και γυναίκες.
Γκέι, μπάϊ, λεσβίες, τραβεστί.
Ζητιάνους, άστεγους, μικροπωλητές.
Βιομήχανους, έμπορους, βουλευτές.
Αριστερούς, αναρχικούς, αντιεξουσιαστές.
Μπάτσους, χρυσαυγίτες, δεξιούς και ρατσιστές.
Καμιά φορά ρωτάω και τα ζώα
Τα αηδιαστικά περιστέρια που στοιχειώνουν τα μπαλκόνια,
τις ύπουλες αγριόγατες που παραμονεύουν στους κάδους
και τα νωχελικά σκυλιά που ρεμβάζουν στις πλατείες.
Όμως κανένας δεν ξέρει να μου απαντήσει.
Κανένας δεν μου λέει αυτό που τόσο λαχταρώ.
Κι εγώ συνεχίζω να σε αναζητώ.

Ανώνυμο

Του Αγίου Βαλεντίνου


Θέλω να ‘χω ένα κορίτσι ως τα μέσα του Φλεβάρη.
Θα το βάλω απόψε στόχο- ένα μήνα θα μου πάρει.

Θα αρχίσω να πηγαίνω όπου βγαίνουνε τα βράδια
όσες ψάχνουνε να βρούνε έρωτα, φιλιά και χάδια.

Θα ανοίξω πάλι τίντερ,θα φλερτάρω με όποια τύχει,
πιθανότητες να αυξήσω κι ίσως ρίξω και τον πήχη.

Πάνω από όλα όμως θέλω, δεκατέσσερις Φλεβάρη
σοκολάτες και λουλούδια για εκείνη να ‘χω πάρει.

Πελώριο Κβάντο

Κυνηγητό

Έτσι είναι άραγε οι άνθρωποι, που τρέχουν να γλιτώσουν απ’ τον εαυτό τους;
Έτσι ήμουν άραγε, εκείνον τον Σεπτέμβρη; Εγώ μπρος σαν τρομαγμένος λαγός,που ψάχνει να βρει λαγούμι να γλιτώσει το τομάρι του και πίσω ο θηρευτής εαυτός μου, να ακολουθεί ξέπνοος πια. Σαν σκύλος που κυνηγώ να δαγκώσω την ουρά μου.
Είναι κομμάτι μου, μα δεν παύει να μ’ ενοχλεί. Δυσχεραίνει τις θλιβερές νύχτες μου. Κακοφορμίζει το πληγιασμένο μυαλό μου. Όμως πώς να κόψεις την ουρά σου. Πονάει αυτό. Έτσι δεν είναι;
Θα την κόψω, το αποφάσισα. Το να τρέχω να γλιτώσω από έμενα, μ’άφησε χωρίς ανάσα, να βαλτώνω μες τον φόβο.
Θα την κόψω το αποφάσισα. Κανένας πόνος δεν θα ‘ναι μεγαλύτερος από αυτόν που νιώθω χάνοντας εμένα.

Soma.

Σάββατο 12 Ιανουαρίου 2019

Κοσμική Έκρηξη


Με ξεχνάς, εξόν από όταν βρέχει
Συνεπής σε εκείνη που σε έχει
Μα είναι εκείνη η ασυνέπεια του ασημένιου νήματος που μας ενώνει
Και όταν κάνω να απαγκιστρωθώ, το νιώθω να τεντώνει

Οι δαγκωμένοι κόμποι των δαχτύλων σου
Τους έχω πια χαρτογραφήσει
Ο κλυδωνισμός της γέφυρας των ονείρων σου
Τους νόμους του τους έχω μελετήσει

«Ερωτικοί ασπασμοί»
Έτσι θα τους χαρακτήριζες εσύ
Σφίγγω την κουπαστή
Οι κόμποι των δαχτύλων μου ασπρίζουν
Κλυδωνιζόμενες βεράντες
Νόμοι μιας άλλης φύσης

Πως κινούνται τα μόριά μου γύρω από εσένα
Δεν θέλω πια να με κοιτάς μέσα από το τηλεσκόπιο
Και ξάφνου ξέρω γιατί ο Πλούτωνας είναι τόσο παγωμένος

Κοσμική έκρηξη
Στάλες βροχής
Εσύ

Μ.

Άτιτλο

Στο τέλος αποφάνθηκες
Πως ήμουν ένα λιβάδι
Πως μέσα μου έθρεφα σπόρους ειδών σπανίων
Ζιζανίων κι άλλων στην κατηγορία ιδίων

Ταχέως φθινόπωρα προσπερνώ κυοφορώντας
Ζιζάνια κι άλλα εγωπαθή όπως προείπα
Ακολουθίες μιας μάχης νονάς του εντός μου
Εντόσθιο πένθος που θρέφω όπως προείπα

Και λόγος ποτέ κινητήριος δεν εστάθει
Να νιώσω πως πρέπει μόνη πια να σ’ αφήσω
Παρά λόγος μονάχα εγγυητής των βημάτων
Βημάτων που αιτούνταν να προσπαθώ να σε πείσω

Και με ποτίζω ως ζιζάνιο πλέον, κυοφορώντας κι ελπίδες
Τα πατήματά σου ξερό να με βρούνε
Να πάψω να είμαι ένα λιβάδι όπως προείπα
Παρά μόνο λιβάδι όπου εχάθει μια μάχη

Γιατί όπως προείπα ή όπως έχεις διαλέξει
Στη μάχη αυτή προσπαθώ να σε πείσω.


ksn

(ανάμεσα στο μηδέν και το ένα)


Εσύ φτιάχνεις την βρύση στο μπάνιο σου
που ακόμα στάζει.
Εγώ τόσο καιρό τώρα
έχω καρφώσει την ταμπέλα “αναστήλωσις”
στην αποθήκη των αισθημάτων μου
με την ελπίδα
πως μια μέρα
θα πάψω να εξαϋλώνομαι στην απόσταση
και θα μάθω πως τελικά πυκνώνει ο χρόνος, μάτια μου.

Το σπίτι σου μοιάζει σαν καινούργιο πια.
κι’ όλα κυλούν καλά...
σαν το νερό στο μπάνιο σου
και μένα...
που περιφέρομαι πια
ως ένα απλό κατάλοιπο ηδονής.

Πέρασε ο καιρός, μωρό μου.

Εγώ συνεχίζω
εκείνες τις ώρες αιχμής,
όταν σιχαίνομαι τον αργόσυρτο θάνατο στιγμών μακριά σου
να σου γράφω:
“βρες με ανάμεσα σε εκείνο το μηδέν που σπα φραγμούς
και σε αυτό το γαμημένο ένα
που βουλιάζει φόβους.

Χιλιοπνιγμένο υστερόγραφο : Με σκέφτεσαι;”



Κ.Σ

Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2019

Κάθαρση


5:43
11μιση ώρες δουλειάς.
Όχι εργασίας.
Μπαίνω στην πορτοκαλί κόλαση της Ομόνοιας και η αποπνικτική ζέστη του σταθμού μου προκαλεί υπνηλία.
9 λεπτά.
Θα περιμένω.
Παρατηρώ τους ανθρώπους γύρω μου.
Άλλοι επιστρέφουν μετά από βραδινή έξοδο,
ενώ άλλοι πηγαίνουν στη δουλειά τους.
Υπάρχουν και εκείνοι που απλά περιφέρονται.
Νέοι.
Γέροι.
Έλληνες.
Μετανάστες.
Κάποιοι με κοιτάνε περίεργα, άλλοι προκλητικά.
Κι άλλοι αδιαφορούν για την ύπαρξή μου.
Αυτοί οι τελευταίοι είναι οι αγαπημένοι μου.
Κάποιοι δεν είναι άδειοι.
Κάποιοι έχουν βρει τρόπο να γεμίσουν το κενό.
Άλλοι παραμένουν κενά σαν εμένα.
Ένα κενό να παρατηρεί αλλά κενά σε ένα σταθμό
του ηλεκτρικού που μυρίζει άσχημα και έχει λίγο
υψηλότερη θερμοκρασία από αυτή που θα έπρεπε.
Αυτό είμαι.
Κι έπειτα μπαίνω στο βαγόνι.
Το μόνο που ακούγεται είναι ο ήχος του συρμού πάνω στις ράγες.
Μα αν προσπαθήσεις να ακούσεις λίγο πιο προσεκτικά, αν αγνοήσεις τον ήχο του τραίνου,
ακούγονται κλάματα βουβά.
Είναι το κλάμα όλων αυτών που προσπαθούν να γεμίσουν το κενό τους.
Μαζί και το δικό μου.
Μια αθόρυβη χορωδία λυγμών χωρίς μαέστρο.
Δεν χρειάζεται μαέστρο αυτή η χορωδία γιατί δεν έχει ρυθμό.
Λένε ότι  τα δάκρυα είναι η αντίδραση του σώματος όταν δεν μπορεί να εκφράσει αλλιώς τη θλίψη του.
Πόσα θλιμμένα σώματα χωράει ένα βαγόνι του ηλεκτρικού;
Κατεβαίνω στη στάση μου και κάθομαι στο πάρκο έξω από τον σταθμό να κάνω ένα τσιγάρο.
Ο πρώτος ήλιος της ημέρας τύφλωσε τα μάτια μου.
Κάθαρση.

Ανώνυμο

Για Πόσο


Κι έρχεται εκείνη η στιγμή που καταλαβαίνεις πως η ζωή είναι μικρή, είναι μία.
Εκεί που μοιάζει το αύριο πιο προβλέψιμο κι απ' την επόμενή σου σκέψη.
Καταλαβαίνεις μα ξεχνάς.
Αφήνω λοιπόν αυτό το λόγο.
Ύμνο προς τη Ζωή.
Τη μία και μοναδική.

Θαύμασε σαν την πρώτη σου φορά.
Το τοπίο το ιδανικό
την εικόνα της στιγμής
τον ήχο που αντηχεί -λες και θέλει για πάντα να μείνει
το άγγιγμα που δε μετάνιωσες
το λόγο που δεν έκρυψες
το σθένος που επέδειξες
την αγάπη την οποία δεν αγνόησες,

Εσύ είσαι,
μα πώς αφήνεσαι, λησμονείς,
το αύριο σαν αποκριάτικο: περιοδικό.

Π. Α. Μαλανδρής

Πέμπτη 10 Ιανουαρίου 2019

Άτιτλο



Κρυώνω, πού είσαι;
Ο χρόνος άλλαξε,
εσύ δεν είσαι εδώ.
Τα πυροτεχνήματα ανέβηκαν στον ουρανό,
κοντά σου,
και ξέρω ότι τα είδες κι εσύ,
κάπου κάτω από το μνήμα σου
ένιωσα ότι ευτυχισμένη
μέσα στην ελευθερία σου,
τα είδες.
Και χαμογέλασες.

Γεωργία Ν.

εσύ.


Έχεις αρχίσει να ξεχνάς
αν τα μάτια σου δακρύζουν
από το τσούξιμο ή την επιθυμία.
Λες να φύγεις.
Οι άλλοι στο μάθανε αυτό,
τη φυγή.
Εσύ είσαι από εκείνους που μένουν.
Οι άλλοι σου ζητάνε τα πάντα
και δίνουν μόνο όσα θέλουν.
Τρέχουν με βαλίτσες ασήκωτες,
μένεις με σκέψεις υπέρβαρες.
Σου λένε πως η αγάπη αρκεί,
εσένα αρχίζει να σου περισσεύει.

ανν.

Χωρίς ήχο


Άφησε με τα πόδια σου να φιλήσω,
θα καταφέρω να τα συγκινήσω και θα με γυρίσουν στο χθες,
εκεί που η ελπίδα έχει ακόμα χρώμα.
Τα χέρια βγάλε από τις τσέπες και κράτα μου το χέρι
δεν βλέπεις την ψευτιά που κοντοστέκεται;
Που κοιτάς; Τα μάτια μου πήραν το γκρι του ουρανού
και εσύ ούτε που το πρόσεξες.
Δεν θέλω να είμαι απειλητική μα ούτε το χιόνι δεν καταφέρνει
να με συγκινήσει.
 Ένα άδειο κέλυφος η ψυχή μου.
Άφησε με να πατήσω πάνω στα βήματα που άφησες,
μην απομακρύνεσαι βιαστικά γιατί χάνω τον δρόμο.
Θα πετάξω στο περιθώριο όλα όσα με γέμιζαν και θα αφήσω χώρο
μόνο για τις ματωμένες λέξεις.
Λέξεις χωρίς ήχο που κράτησα για σένα.

Δ.Κ

Τρίτη 8 Ιανουαρίου 2019

paradis



Καλοκαίρι φαντάσου.
Σε κάποιο νησί.
Μία παραλία.
Έρημη.
Με 2-3 αρμυρίκια.
Μεσημεράκι.
Αυτή η νεκρή ώρα όπου το μόνο που ακούγεται είναι
τα τζιτζίκια και το κύμα.
Και που ο ήλιος καίει
και κάνει την άσφαλτο να ζεματάει.
Αν κοιτάξεις προσεκτικά κάτω από ένα αρμυρίκι
είμαστε εμείς.
Στο δέρμα μας μπορείς να διακρίνεις τους λεκέδες
από το αλάτι της θάλασσας.
Και τα μαλλιά μας στάζουν αλμύρα.
Κοιμόμαστε.
Γυμνοί, αγκαλιασμένοι και ερωτευμένοι.
Έτσι ορίζω τον παράδεισο.

ανώνυμο

Μετεφηβεία

Μεγαλώσαμε πια
κι η μετεφηβεία μας
λίγο λίγο
άρχισε να σαπίζει
και βρωμάει απ’ το κεφάλι.
Την βάζουμε στον πάγο
για να διατηρηθεί,
όσο ακόμα η ίδια αντέξει.
Οι νύχτες κυλούν ως συνήθως,
με απωθημένα,
φτηνή μπύρα,
αγγίγματα, κλεφτά φιλιά
-και όχι μόνοστα απόμερα στενά της ίδιας πάντα πόλης,
μ’ ανθρώπους που μας έχουν ήδη ξεχάσει
την επόμενη κιόλας μέρα.
Θέλουμε, βλέπετε, μία ποιητική ζωή,
κι ας μην είμαστε ποιητές.
Όμως, η μετεφηβεία μας πήρε μεγάλη παράταση,
και με το ζόρι κρατιέται πλέον στη ζωή.
Κι ο έρωτας εξαφανίζεται,
μόλις τολμήσουμε να απλώσουμε χέρι πάνω του.

Χριστίνα Π.