Πέμπτη 28 Δεκεμβρίου 2017

Χάπι



Σώπα μου λες…
Σώπα.
Σώπα ξημέρωσε.
Και βλέπω πολυκατοικίες να ξεπηδάνε,
                  κρύβοντας τον Ήλιο με παράξενα όμορφο τρόπο, δημιουργώντας σκιές.
Σκιές, τέτοιες  ώστε ο καθένας να έβλεπε  την δικιά του εικόνα.
               
                   Όχι…  δεν με ενδιαφέρει που δεν βλέπω τον ήλιο

Συγχρόνως βουητά και κόρνες .
                  Πετάγονται στα αυτιά  σαν τραγούδι.
                  για τον καθένα μπορεί και διαφορετικό.
Σταμάτα να ρωτάς.
                                    Τραγούδια είναι,
   Δεν είναι θόρυβος.
                 
                         Να δες ο κόσμος βγαίνει ,
     σε περίεργες διατάξεις και ρυθμούς,
                  αγκαλιάζοντας αμάξια και πολυκατοικίες.
                                               -Όμορφος   χορός-
-Ωραία μέρα-
                  Και Ναι,  μέρα είναι.
Τι όμορφα φοβιστικές είναι οι λέξεις
στο να δίνουν  στο καθετί μια δικιά τους χροιά.
Όμως η αλήθεια δεν κρύβεται.
                 Και το φάρμακο των λέξεων δεν διαρκεί
                 Και δεν θα μου χρυσώσω το χάπι, ξανά
Εμείς Δεν θα σωπάσουμε                                                                                                                                    γιατί κι ας είναι αυτό το ξημέρωμα, η μόνη επιλογή  που έχουμε
                      είναι να κατεβάσουμε τον ήλιο!
Καληνύχτα                     

Α>Δ>Π                   

Παρασκευή 22 Δεκεμβρίου 2017

Εάν κατείχα την ζωγραφική τέχνη


εάν κατείχα την ζωγραφική τέχνη

τρείς εφήβους θα είχε ο πρώτος πίνακας
με χαμόγελα πλατιά και δάκρυα στα μάτια
χρώματα που θα `ταν ζωηρά
απόγεμα προς βραδάκι

ο δεύτερος
έναν εργάτη με δύο σακούλες σκουπιδιών
γεμάτες αποφάγια
να τις πηγαίνει προς τον κάδο
εμφανώς να γέρνει προς τα `ριστερά

ο τρίτος
μία γάτα νεκρή στις λευκές λωρίδες 
επί ώρες να κείτεται
κάθε τροχός να `χει περάσει από πάνω της, χαϊδεύοντας τη

οδηγό λεωφορείου
ο τέταρτος
φαγωμένο από σκέψεις
ακόπιαστη δουλειά, μα χαράμισε ζωή
με υπομονή και πίστη για το πράσινο φανάρι

ο πέμπτος και τελευταίος 
να ήταν ολόμαυρος
που κάθε μέρα θα τον πέρναγα ένα χέρι
δίχως δόση καλλιτεχνίας

σαν που καταριέται την ώρα και τη στιγμή
σαν που θέλουν να πουν, μα φοβούνται
σαν που θέλουν να κοιτούν στα μάτια
σαν που λαχταράνε να πλαντάξουν στο κλάμα
σαν που παρακαλούν για ένα άγγιγμα
σαν που δειλά και με τρόπο αφηγηματικό αγγίζουν
σαν που μιλούν μα ντρέπονται και σωπαίνουν
σαν που έπαψαν να περπατούν, παρά από μέρος σε μέρος στέκουν
σαν που εγκλωβισμένοι μέσα σε σώματα
σαν που δεν έχουν να πάν` αν βγούν από το σπίτι
σαν που κάθε μέρα λεν` τις ίδιες λέξεις
σαν που κάθε μέρα είναι ίδια
σαν που τους πλήγωσαν οι άνθρωποι
σαν που περνούν τα χρόνια και το παίρνουνε κατάκαρδα
σαν που ο έρωτας αργεί και με προσμονή ζούνε
σαν που το στόμα π` αγαπούν ποτέ δεν άνοιξε μια κουβέντα να λαλήσει
σαν που τα χέρια π`αγαπούν ποτέ δεν κράτησαν πραγματικά, σφιχτά
σαν που παντρεύτηκαν νέοι και φορτώθηκαν ο ένας στον άλλο
σαν που τριγυρνά στους δρόμους με μία αγέλη σκύλων
σαν που μεθοκοπάει κάθ` εσπέρα
σαν που μελαγχολεί η ομορφιά
σαν που αναμένεις αδιάκοπα

έτσι θα ζωγράφιζα τους πίνακες μου
περίτεχνα
δε θα ξεχώριζαν από φωτογραφίες
με μεράκι θα τους έφτιαχνα
δίχως πινέλα
με τα δάχτυλα μου
και το σπίτι μου θα στόλιζα
όλη μέρα να τους βλέπω

παρά μόνο εκείνον
τον μαύρο
θα τον κλειδαμπάρωνα γερά
σε μέρος μόνο για με
κι αν τυχόν ποτέ
μ` ευλάβεια έρχονταν δυό μάτια τίμια και καθαρά
ρωτώντας με για `κείνον τον πολυδουλεμένο καμβά
τα χέρια μου θα του`δειχνα
κατράμι μέσ`στο χρώμα του σκοτιδιού

κι αν μου τ`άγγιζε
γλυκό για με θα ήταν
με τόσο θερμά χέρια
μαλακώνει το χρώμα κι αφαιρείται

Οργή για σκέψη

Scent of a girl


Φοράω δέκα χρόνια την ίδια κολόνια. Κυριολεκτώ.
Σήμερω όμως ένα κορίτσι από αυτά που ξεπαγιάζουν για να σε πείσουν να αρωματιστείς, ήταν πολύ συμπαθητικό.
Αρχικά της είπα ευγενικά όχι και την προσπέρασα.
Είκοσι μέτρα παρακάτω, έκανα μεταβολή.

Σκόπευα να κάνω ένα δώρο στη μαμά μου και αυτό έκανα.
Ύστερα όμως σκέφτηκα πως είμαι πολύ μικρή για την κολόνια μου
πως η ηλικία μου προσφέρεται ακόμα για πειραματισμούς
και πως είναι κρίμα το σώμα μου να μυρίζει τόσο σοβαρά.
Το σώμα μου θα μπορούσε να μυρίζει πιο ανέμελα
πιο λουλουδένια
πιο πουδραριστά.
Λιγότερο τελεσίδικα.
Αυτό ήταν.
Το σώμα μου μυρίζει τελεσίδικα, το σώμα μου δε σου αφήνει περιθώρια,
το σώμα μου είναι αποφασισμένο και αυστηρό.
Όχι πια.

Σήμερα είναι η μέρα μου άλλαξα κολόνια.
Σήμερα είμαι μικρή και λουλουδάτη.
Σήμερα σκέφτομαι τις καλές σελίδες από το άρωμα του ονείρου ενώ διαβάζω τα συστατικά του καινούριου μου αρώματος
— προφανώς κι έχει γιασεμί το καινούριο μου άρωμα.

Γύρισα σπίτι, ψέκασα τη μπλούζα μου, πήρα βαθιά ανάσα
και είπα σοβαρά στον εαυτό μου
Έτσι θα μυρίζουμε στο εξής.

Στεφανία Ιναρτάκ

Σάββατο 16 Δεκεμβρίου 2017

άτιτλο


Μου είχες πει ότι θες να πετάξεις.
Γι'αυτό κι εγώ έγινα φτερά. Για να με κουβαλάς.
Να με κουβαλάς για πάντα όταν κάνεις αυτό που θέλεις πιο πολύ.
Να με κουβαλάς όταν πετάς.
Και να πετάω κι εγώ μαζί σου.
Να πετάω χωρίς να ξέρω τον προορισμό. Και δεν θα με νοιάζει και τόσο.
Γιατί θα είμαι μαζί σου. Και δεν έχει τίποτα το ερωτικό.
Η σκηνή περιγράφει την βαθιά μου θλίψη που δεν μπορείς να πετάξεις.
Και που δεν μπορώ να γίνω φτερά.
Για να με κουβαλάς.
Όπου κι αν πας.
Να με κουβαλάς εκεί που βρίσκεις νόημα στην ζωή σου.
Για να βρίσκω νόημα κι εγώ.
Να πετάω.
Όχι μόνος.

έ ρ ω τ α ς

Ετών;


Δεν έχω μεγαλώσει
Μόνο τα άλμπουμ των αναμνήσεων έχουν ξεχειλίσει
και ο γάτος μου που πάχυνε
δηλώνουν πως πέρασε καιρός .
Δεν έχω μεγαλώσει,
τα παιδιά στη πλατεία παίζουν κυνηγητό
Και εγώ κρυφτό  από σένα.
Το σκοτάδι το αναζητώ
δε το φοβάμαι πια.
Δεν έχω μεγαλώσει ακόμα
κι ας άλλαξα τα ρούχα μου
για να κυκλοφορώ γυμνή τις μέρες που έχει λιακάδες,
τα σεντόνια τα παιδικά με ακολουθούν στον ύπνο μου
και τα γεμίζω με υγρά
διάφορα
μια για τους φόβους μου
μια μαζί σου.
Ακόμα με παίρνει ο ύπνος με παραμύθια,
εκείνα που ονειρεύτηκα στιγμές πως έζησα
και εκείνα που ξεστόμισες εσύ.
Όχι δε μεγάλωσα
ακόμα φτιάχνω κάστρα
χειμώνες  καλοκαίρια
να τα παίρνει το κύμα, να τα σκορπάει η οργή
και τώρα πιο πολύ απ' ό,τι παιδί να κλαίω
και πάλι απ την αρχή
πιο πολύ απ ότι παιδί .
Τώρα που τελείωσα το απογευματινό παιχνίδι
Ζω για ένα θάνατο το δειλινό
πιο πολύ ,πιο πολλά δειλινά ,
όχι δε μεγάλωσα.

Server NotFound

Πέμπτη 14 Δεκεμβρίου 2017

Γράμμα σε μια φίλη


Καλημέρα , ξέρω ο ήλιος δεν λάμπει τόσο πολύ σήμερα
και τα λουλούδια δεν μυρίζουν όπως εκείνη την καλοκαιρινή νύχτα που γελάσες με την ψυχή σου
ξέρω πως σήμερα δεν σου χαμογέλασε ο άνθρωπος σου
και ίσως σήμερα να έλειπαν όλοι οι άνθρωποι απο το προσκήνιο σου .
Τα σύννεφα σήμερα μοιάζουν πιο σκοτεινά και η πικρία του καφέ δεν σε κάνει να χαμογελάς
Ξέρω πως στα τσιγάρα δεν βρίσκεις πλέον παρηγοριά και τα άδεια τασάκια
 σου υπενθυμίζουν πως σε φθείρει η μοναξιά

Καλό απόγευμα, ίσως να είσαι μοναχή και η ψυχή να μαρτυραει
 και μέσα στην τιβι η μιζέρια να κολυμπάει

Μπορεί η ιστορία αυτή να σου θυμίζει εκείνο το πρωινό
όμως τώρα η μέρα φαντάζει πιο σκοτεινή

Καληνύχτα, τώρα οι σκέψεις μπορεί να σε τρώνε
 όλο και πιο πολύ
 νύχτα με την νύχτα
 και η προσμονή για μια αγάπη φιλική, ερωτική να φαντάζει
 μα να μην είναι υπαρκτή

-Καλημέρα , θα σου περάσει ότι κι αν έχεις , στο χέρι σου βρίσκεται ο ήλιος και η γη

Μια τέτοια φωνή ακούγεται και ξανά από την αρχή

Έτσι δεν σκέφτεσαι ;
 ή
δεν σκέφτομαι;
ή
δεν σκεφτόμαστε ;

Για ενα κηφήνα που σου έκλεψε την γύρη
Για ενα φίδι που σου μαύρισε το τοπίο
και για εναν υποτιθέμενο ήλιο που κάθε φορά δύει


Όμως,
 αυτό το γράμμα αγάπης για σένα έχει ζήσει


Σκέψου το από την αρχή μήπως χρειάζεται την ιστορία
 να ξαν'αρχίσεις;

Ιωάννα Λιμπερτά

Αυτοαποκαλούνται δολοφόνοι

Σχισμές ,ατέλειες, μπαλώματα..
Κλείστηκαν μέσα σε κλουβιά και παλεύουν με τα σίδερα,
λες να σωθεί τίποτα;
Τίποτα, αυτό ακριβώς.
Έμειναν λίγα πάλι και πληθαίνουν
ξανά και ξανά..
Ορθάνοιχτα μάτια , ασταμάτητοι παλμοί , σταγόνες..
Κι έπειτα ψάχνεις την άκρη,
μακριά από εμάς ,
μακριά από αυτό που ονομάσαμε ωραίο.
Κι αυτά ;
Αυτά παίρνουν φόρα και ξεχειλίζουν..
Επαναλαμβάνονται.
Κουράζεσαι μα δεν σταματούν.
Θα σταματήσουν όταν η σάρκα σου μουχλιάσει,
όταν η ανάσα σου κοπεί.
Και τα όρια;
Όρια δεν υπάρχουν σ’ αυτά,
είναι παιδιά της αναρχίας , δεν υπάρχει εξουσία σ’ αυτά.
Είναι σαν θαμμένα κόκκαλα στο χώμα ,
δεν κλαίει κανείς άλλος πέρα από εσένα γι’ αυτά.

    Κοράκι

Τετάρτη 13 Δεκεμβρίου 2017

Αρώματα


Μικροί καθημερινοί θάνατοι,
να δώσουν δύναμη στη ζωή.     
Είναι πικρό και απάνθρωπο
τόσες φορές να πεθαίνεις.
Περιμένοντας κάποιον άγνωστο
να σου θυμίσει οικειότητα.
Ούτως ή άλλως λίγες ημέρες έχουν απομείνει για τον επόμενο•
σκλάβος των αναγκών σου.
Εκείνος ικανοποιείται και εμένα με απαλλάσσει η χυδαιότητα.
Αρώματα απλώνονται σε τεχνητά κορμιά
και τα γεγονότα κυλούν
και η αληθοφάνεια εξαφανίζεται μαζί τους.

Νίκος Ευρετός

Δευτέρα 11 Δεκεμβρίου 2017

Άτιτλο


Θα θυμάμαι πάντα τα μάτια σου,
υγρά και μεγάλα,
σαν δύο σταγόνες έρωτα.
Θα θυμάμαι και τα λόγια που ποτέ δεν είπαμε,
το τραγούδι που ποτέ δεν τραγουδήσαμε,
τον ουρανό που ποτέ δεν είδαμε,
τα βράδια που ποτέ δεν βιώσαμε,
τις αναμνήσεις που ποτέ δεν αναπολήσαμε,
τις στιγμές που ποτέ δεν μοιραστήκαμε,
τα όνειρα που ποτέ δεν εκμυστηρευτήκαμε,
τα δειλινά στα οποία ποτέ δεν ξεφύγαμε.

Θα θυμάμαι όλα αυτά, που ποτέ δεν ζήσαμε

Σπύρος Θύμιος

Σάββατο 9 Δεκεμβρίου 2017

Λ3


Η επιστροφή στο πατρικό
συνεπάγεται
ύπνο σε μονό κρεβάτι
και αυτό σημαίνει ότι απόψε
μπορώ να προσποιηθώ πως
δεν
σε περιμένω.

κοδύσσεια

Άτιτλο


δεν έχω φύγει.
βρίσκομαι στην πόρτα.
δεν έχω φύγει.
είμαι στην γωνία.
δέκα λεπτά αργότερα,μετρό ευαγγελισμού.
πάντα μ'άρεσε αυτό το πάρκο.
δεν έχω φύγει.
μυρίζει θάλασσα κι ας είναι άσπρη η πόλη.
άλογο δεν έχω κι όμως καλπάζω.
δεν έχω φύγει.
κάτω απ το κρεβάτι έχω μια μικρή βαλίτσα για τα σημαντικά.
στρώνω το κρεβάτι για να ξαπλώσω.
η βαλίτσα είναι ασήκωτη προς το παρόν.
δεν έχω φύγει.

"Ρ"

Δευτέρα 6 Νοεμβρίου 2017

Την επόμενη φορά θα το κάνω ξημερώματα


Προσπαθούσα να βρω την έξοδο, ώσπου βρήκα το σκοινί απ' το ταβάνι. Το φόρεσα και μου πήγαινε τόσο πολύ, όπως εκείνο το πλεκτό κασκόλ της γιαγιάς. Έμοιαζα με φωτιστικό, μόνο που γύρω μου, αντί για φως, υπήρχαν δάκρυα, αστέρια και σκοτάδι.

Τώρα, από 'δω, δεν μπορώ να σου εξηγήσω και πολλά. Όχι πως από εκεί μπορούσα. Αλλά έπρεπε να είχες καταλάβει ότι η ταπετσαρία της ζωούλας μας ήθελε ξύσιμο. Δεν πειράζει, τουλάχιστον τώρα ούτε κρυώνω, ούτε ζεσταίνομαι. Έχει την ίδια θερμοκρασία εδώ. Όλη μέρα, κάθε μέρα. Και άπνοια. Τρομερή άπνοια.

Θέλω μόνο να σου ζητήσω μια συγγνώμη που δεν μπόρεσα να ντυθώ νωρίτερα και είσαι αναγκασμένη να αργήσεις λιγάκι στη δουλεία σου. Αλλά η απελπισία έπρεπε να πάρει σάρκα και οστά. Πέτυχε και ήταν τα δικά μου.
Την επόμενη φορά θα το κάνω ξημερώματα.

Ρούσσης Σωτήρης

Νααθή (τα)


Κι ήρθε μια μέρα και είπα φεύγω.
Και έφυγα.
Όντως.
Στ αλήθεια αυτή τη φορά.
Και πήγα εκεί που και οι πετρες θέλουν χώρο να ανασάνουν.
Ειρωνεία.
Για να ανασάνω ήρθα.
Ξεκίνησα να τους μιλώ.
Μάταια.
Επέμενα.
Μέρες και νύχτες μιλούσα.
Μα σε ποιά γλώσσα πια;
Άκαμπτη η γλώσσα.
Η μέδουσα με είχε κοιτάξει στα μάτια.
Πέτρωσα.

Μεσιέ

Τετάρτη 1 Νοεμβρίου 2017

Πώς σκατά τελείωσε έτσι το κρασί μου;

Πώς σκατά τελείωσε έτσι το κρασί μου;
Η κάβα είναι το πιο όμορφο μέρος, όταν χρειάζεσαι τσιγάρα και κρασί.
Το πιο αδειανό σπίτι της πολης φιλοξενεί εμένα. Πιο αδειανό κι από παλιά βιοτεχνία.
Το μόνο που υπάρχει σ'αυτό το δωμάτιο είναι μουσική και γόπες. Α, Και ένα μισό-τελειωμενο κρασί.
Ποτέ Δεν είναι αργά για να μεθυσεις αλλά και ούτε πολύ νωρις. Έτσι, λοιπόν, εγώ αποφασισα μέχρι τις 8 να μεθυσω και να σκέφτομαι πως ο διάολος έχει μικρά στήθη και καστανά μάτια που γυαλίζουν.
Διάολε, με ποιον πηδιέσαι σημερα;
Πόσο σου έχω λείψει;
Εδω που τα λέμε, ο διάολος, κάθε τρεις και λίγο, αλλάζει χρώμα στα μαλλιά και στα μάτια, ανάλογα με το ποσό συχνά ερωτεύεσαι και μεθας.
Τρεις μέρες και τρεις νύχτες μεθυσμένος, αρκούν για να σηκωθείς, να πληθεις και να πας σε ένα μπαρ για να ερωτευτείς κάτι νέο.
Η θεωρία των τριών. Ή των τρελών.
Μια εξάδα μεγάλες μπύρες μπήκε στο πρόγραμμα για το υπόλοιπο της βραδιάς μετά το κρασί και απορώ γιατί δεν είναι εδώ εκείνη να γαμηθουμε και να μεθύσουμε.
Η καθώς πρέπει εμφάνιση της πεθαίνει στο κρεβάτι μου και γίνεται μια παρακατιανη, σαν εμένα, ιδρωμένη και μεθυσμένη, σαν κουρέλι.
Όλες τους.
Πώς σκατά τελείωσε έτσι το κρασί μου;

Γιώργος Κόντος

Τετάρτη 25 Οκτωβρίου 2017

Άτιτλο


Αν δεν ξαναδώ ποτέ το πρόσωπό σου,
θα το φυλάω αιώνια μέσα μου, στην καρδιά μου.
Έτσι ώστε,
ακόμη και αν χάσω τα μάτια μου και τυφλωθώ,
ή χάσω το μυαλό μου και πέσω στη λήθη,
δεν θα στερηθώ ποτέ την εικόνα σου.
Με αυτόν τον τρόπο θα σε διαφυλάττω.
Ως κάτι το πολύτιμο,
που ποτέ μου δεν το είχα.

Σπύρος Θύμιος

Το παρόν

         
Μάταια σκαλίζω το παρελθόν,
σπασμένες εικόνες,
λευκοί θόρυβοι.
Εγκαταλειμμένος στο παρόν
και καθώς περιμένω να μην ξοδευτείς,
εγώ όλο και γερνάω.   
Ένα κορμί που φθείρεται,
δεν έχει παρελθόν,
το χαράζει μόνον ο χρόνος.
Έφτασα πια να κτίζω το παρελθόν από το παρόν.                     
Το παρόν δεν επιδέχεται προεκτάσεις·
αποκτά νόημα με το θάνατό του.
Νομίζω ότι λέω ψέμματα,
πως στην ζωή μου έζησα την κάθε μου ανάμνηση.
Έπαψα να θυμάμαι.
Ντρέπομαι όμως να παραδεχτώ,
πως κοντεύω να σε ξεχάσω.

Νίκος Ευρετός

Μισώ το ερωτοφέγγαρο


Μισώ που μας χώρισαν πολύχρωμα καράβια
με μισώ, μισώ εμένα

Πλέον πραγματικά μόνος με μισώ
με μισώ

Θερμαίνει το ερωτοφέγγος μας
όταν τα χείλη μας καλύπτονται από πάχνη
και το πιόμα θα είναι πάντα λιγοστό

Αντίσωμά σου, την καληφάτσα μου επικήρυξε
να αγωνίζομαι κόντρα στην φρέσκια σου ανοσία
στο πλακωμένο στήθος μου, μισή καρδιά

Ψηφιδωτό Εσύ σου συναρμολογούσα
έφτανε κι έπεφτε κομμάτι της ψυχής μου
Άδητης Περσεφόνης αντίο που το ζηλεύει

Έκθαμβο κοινό του Φθινοπώρου
τα πέταλα του κρίνου χείλη σου
μέλισσες νεαρές ερωτοτροπίες
μελισσοπούλες Άνοιξης πανούργας

Σκέψεις έτερου διχασμένου Χειμώνα
όταν το Καλοκαίρι είχε κάτι από σένα
έρωτα, ως μεσουράνια, γλυκόπικρα φιλιά
σε καιρό που κάθε έντεχνο τραγούδι θύμιζε Εσύ
Ίσως είμαι κακός,χωρίς τον δόλο
-η βροχή αντέχεται ασύνδετα προσωποποιημένη-
μη θολώνεις από αυτό που βλέπεις μπρος σου
είναι άθλος μου να μη σου το φορτώνω

συν ένα ποίημα για χρόνια που ξεχνιέται

…να ξέρες όμως πόσο
σε κάποιον πόσο λείπεις
μήτε σε βλέπει, μήτε σου μιλά
πόσο βρυχάται μέσα του η φωνή σου
να ξέρες πόσο
μα
πόσο κάποιος σ’ αγαπά…

Άγγελος Ηλιάδης

Άτιτλο


Κλείνω τα μάτια μου και φαντάζομαι
Σκοτώνω ότι με σκοτώνει
Με ζήτησε η ζωή πριν πεθάνω
δεν τη συνάντησα όμως ποτέ
Άφησα πίσω μου αναμνήσεις
και με άφησαν και αυτές
Ταξιδεύω στον καπνό που αφήνει το τσιγάρο μου και υποκύπτω στην επιθυμία μου
να διαλυθώ μαζί του
Θέλω να ελευθερωθώ
Το μυαλό μου δείχνει τι υπάρχει και το αποζητώ
ίσως στη μουσική
ίσως στα βιβλία
ίσως στο πρόσωπο της
Αναζητώ κατι άπειρο
να μείνει μαζί μου μέχρι να φύγω
Κάτι που θα με θυμάται και θα το θυμάμαι
Κάτι να υπάρχω,
κάτι.

Μαρία Σταματία Μπούκη

Άτιτλο


Έχει μείνει ακόμη
λίγη αλμύρα
από τότε
που ήμουν θάλασσα
και ταξίδευες πάνω μου.

Έχει μείνει ακόμη
λίγη ψυχή να δώσω,
λίγο μυαλό να χάσω.

κοδύσσεια

Δευτέρα 23 Οκτωβρίου 2017

cherchez la femme

ξανάρχισα να ταυτίζομαι με τα κείμενα αλλωνών
τα long poetry της πόλης

στους ίδιους δρόμους που κινούμαστε όλοι
στους ίδιους δρόμους που προσπαθούμε να ξεκαυλώσουμε πηγαίνοντας στη δουλειά

παρατάω τις δουλειές που δεν έχουν νόημα
όπως το να πείσω το γάτο μου ότι το στρώμα μου δεν είναι νυχοκόπτης
ή το ότι δε ζαλίζομαι κάθε πρωί από την έλλειψη σιδήρου

ή το ότι θα σταματήσω να κοιμάμαι ανάποδα στο κρεβάτι με το μαξιλάρι στα πόδια

ή το ότι θα σταματήσω να τραγουδάω ντίσνευ μέχρι να βραχνιάσω

και συνεχίζω να πιστεύω σε μια συννεφιά που δε θα'ρθει

και συνεχίζω να σκέφτομαι με ρήματα κίνησης, όχι στατικά

παρόλο που τα πόδια μου δεν αντέχουν άλλο.

Ίσως ένα πρωί να ξυπνήσω λούτρινη
και σταματήσω να κινούμαι

τότε όμως θα δακρύζω συνεχώς
γιατί θα πονάνε τα μάτια μου κοιτώντας το ίδιο σημείο
 θα σε χρειάζομαι εκεί να με κινείς
και να μου αλλάζεις μπαταρίες,
αν φυσικά είμαι τυχερή και είμαι από εκείνα τα λούτρινα που μιλάνε
θα έχω μια φράση που θα απαντάει σε όλα

θα χωράω στην τσάντα σου
και κάθε φορά που θα την ανοιγεις θα χαίρεσαι που θα με βλέπεις
θα σου πιάνω χώρο και θα αναρωτιέσαι γιατί με πήρες μαζί

δε θα με χρειάζεσαι
αλλά θα χαίρεσαι να με αγγίζεις.

Α.

Οδηγίες προς ναυτιλομένους

Είναι εύκολο να ζεις στη πόλη..θα σου αρέσει..
Έχεις μεγάλο σπίτι με μικρά παράθυρα, ή σπίτι μικρό με τα παράθυρα ορθάνοιχτα..
Το πρωι ανοίγεις τα μάτια σου και βλαστημάς το ξυπνητήρι, μα δεν το σπας..θα το χρειαστείς ξανά.
Κρεμάς τα ρούχα σου πάνω σου, όχι στη ντουλάπα γιατί είναι πρωΐ και έπειτα περνάς τη τσάντα στους ώμους και πας προς τη πόρτα.
Ανοίγεις τη τσάντα σου να βεβαιωθείς πως έχεις το πορτοφόλι μέσα και ύστερα απο λίγο το ξανακοιτάς για να είσαι σίγουρος οτι δεν το έκανες μόνο χτες.
Κλειδώνεις πάντα δύο φορές και στη συνέχεια ανοίγεις ξανά για να κλείσεις το θερμοσίφωνο.
Ω!μα ειναι υπέροχο να ζεις στη πόλη..
Ξέρεις πάντα που να πας.
Προχωράς ευθεία, στρίβεις δεξιά και έπειτα όπως πάει ο δρόμος.
Και σαν έρθει η ώρα να περάσεις απέναντι κοιτάς πρώτα δεξιά μετά αριστερά και ύστερα μπροστά σου το φανάρι...πράσινο περνάς, κόκκινο σταματάς.
Ω!μα είναι τόσο απλό να ζεις στη πόλη..
Μα προσοχή.. είναι και κάποια πρωινά που κάνεις το ξυπνητήρι σου κομμάτια, φοράς τα ρούχα σου ανάποδα, κλειδώνεις μια φορά τη πόρτα και ο θερμοσίφωνας καίει σιωπηλός.
Και όταν φτάσεις στο φανάρι εκείνο είναι σβηστό..και τότε δεν κοιτάς ούτε δεξιά ούτε αριστερά..μόνο ορμάς συνειδητά με φόρα στη νταλίκα.
Ω, μα είναι θεσπέσιο να ζεις στη πόλη..έλα κι εσύ,θα σου αρέσει.

Κ.Ρ.

Πληγή

Έχεις  μια πληγή
έτσι γυμνός που είσαι
να αδειάζει το κενό σου .
Έχεις  μια πληγή
βαθειά στα σωθικά σου.
Μια τομή λίγο πιο πάνω απ το φαλλό σου,
τρέχει παγωμένο αίμα πάνω στο δέρμα μου
έτσι που να ξεθυμαίνω τηνκαύλα μου.
Θα σου κάνω  άλλη μια κάτω απ το στήθος
να βάλω το χέρι μου μέσα,
αδιάκριτα
και με κινήσεις μεθυσμένου
 που ψάχνει με μανία κάτιή μήπως τη χαμένη αυτοεκτίμηση του;
να ψάξω και γω για τα χαμένα σου όνειρα .
Θα σου κάνω μια πληγή στα δάκτυλα ,
δίχως αφή ,δίχως  αισθήσεις να μείνεις,
κάθε που αγγίζεις με μαύρο αίμα νεκρού εβδομάδων να τογεμίζεις,
ύστερα να κοπούν στα δυό,
να πάψεις επιτέλους  να κρύβεσαι πίσω απ το δάχτυλο σου.
Έχεις μια πληγή και ουρλιάζεις 
σα να μη σ’ ακούει κανείς .
Τρέχεις στους ανθρώπους και φωνάζεις,
ζητάς βοήθεια,
η μνήμη σου σ’ εγκατέλειψε και οι σκέψεις σου δε σε βοηθάνε άλλο.
Ζητάς βοήθεια,
έχεις ένα τέρας στο σπίτι να μεγαλώσεις ,
λίγο ακόμα μέχρι να σε καταπιεί
Ολόκληρο.

ServerNotFOUND

Τετάρτη 18 Οκτωβρίου 2017

Άτιτλο

Τα βράδια κλαίω αλλά μην το πεις στη μαμά.
Ανησυχεί πολύ και δε θέλω.
Μη με κακολογείς.
Έτρεμαν τα πόδια μου κάτω απ το τραπέζι.
Μου χεις στερήσει το φιλί τελευταία.
Λίγο το λες εσύ;
Πειράζει που ακομη προτιμώ τα πολύχρωμα;
κι ας φοράω μαύρα.

"Ρ"

Άτιτλο


Δεν έγινε η δουλειά
Πήγα στο ταχυδρομείο να πάρω το πακέτο με το παρελθόν μου
Αλλά τελικώς πήρα τα αρχίδια μου
Δεν είχα απόδειξη για το ποιος είμαι
Λες και δεν φαίνεται ότι είμαι ένας μίζερος μαλάκας, χρειάζεται και ταυτότητα

Σήμερα ανέβασαν και ένα ποίημα μου σε μια σελίδα του φουμπού
Πήρα λάικς , και ένα σέαρ
Και μάλιστα από μια ωραία κοπέλα
Θα την έκανα και άντ
τόσο απελπισμένος είμαι

Ρε μάγκα
Έλα να ενώσουμε τις μιζέριες μας
Να χαθούμε μες στα κενά της ματιάς μας

Πάντα με απωθούσαν οι χαμογελαστές κοπέλες
Οι χαμογελαστοί άνθρωποι
Μου φαινόντουσαν ψεύτες
Μου φαίνονται γελοίοι
Μα καλά , που το βρίσκουν το χαμόγελο
Δεν βλέπουν γύρω τους;
Φαίνεται σαν ο κόσμος να πάσχει από ένα σπάνιο είδος τύφλωσης
Δεν βλέπει τίποτα πέρα από την πάρτι του
Και εγώ , ο ίδιος

Τελικά εκεί θα καταλήξω πάλι

Θα την κάνω αντ

Ανώνυμος

Δευτέρα 2 Οκτωβρίου 2017

Ένας κήπος


Χώμα , φτυάρι
Νερό κι άνθη
Κήπος με κάγκελα
Αέρας δίχως άνοιξη
Έντομα ανάσκελα

Εσύ τον ήλιο κυνηγάς
Ξυπόλητη σε ακολουθώ
"Πότισέ το"
Ο χρόνος κυλάει από την αρχή του κόσμου, όμως
Αν σταματήσουμε εμείς
Εκείνος τέλος δε θα γνωρίσει, όμως

"Πότισέ το"
Προς τι η βιάση;
Σαν να τρέχουν τα χρόνια της νιότης
Σαν να 'ναι φθηνά ποιήματα με φθηνές ομοιοκαταληξίες
Σαν κι αυτό
Μόνο τόσο μπορείς να νιώσεις

Κι όμως, το 'πε κι ο Ελύτης
Το λουλούδι αυτό της καταιγίδας, μ' ακούς
Της αγάπης
Μόνο μια φορά θα ανθίσει για εμάς

Πότισέ το
Μην αργείς
Πότισέ με

ΓΣ

Σάββατο 30 Σεπτεμβρίου 2017

Πρόσωπα της θάλασσας στη Γιορούμπα


Τα πρόσωπα της θάλασσας χίλια και ένα είναι, το σκοτεινό του Kattegat, του Ινδικού διάφανο, του Αίγαιου απροσδιόριστο, του Ατλαντικού το άγριο, μα το δικό σου πρόσωπο, τα χίλια ένα τα ένωσε και τα έκανε στα μάτια μου θάλασσα δίχως αύριο.

ΓΜ

Κυριακή 24 Σεπτεμβρίου 2017

Διάδοση ενός μυστικού ευρέως

Υπάρχεις, όπως μια ειλικρινή απάντηση,
που ξαφνιάζει με την επιβλητική της ωμότητα,
υπάρχω, όπως μια παραλυμένη ερώτηση,
που δεν καταδέχομαι να σου απευθύνω.
Το παρελθόν συντηρεί την εικόνα σου στο εξώφυλλο της ζωής μου
με οπισθόφυλλο μια περίληψη μισοτελειωμένη,
σαν κάτι να περιμένει να της πεις,
αλλιώτικο απ' αυτό που ήδη υποπτεύεται.
Μακριά σου εχθρεύομαι το μέλλον,
λοξοκοιτάζω τις εναλλακτικές του λύσεις
σαν κακόγουστο αστείο,
και συνωμοτώ με το παρόν να σε φέρουμε κοντά μας.
Πανοπλία της ψυχής το σώμα,
για να την προστατεύει από χτυπήματα σαν κι αυτά.
Μακριά σου αποστρέφομαι τη ζωή,
εκείνη που χώρια μας ορίζει να βιώνουμε το θαύμα της
και συγγενεύω με το πένθος ενός θανάτου φρικτού κι αλησμόνητου.
Μοιάζω καημός μουρμουρίζοντας αμετακίνητο παράπονο.
Καθώς τραγουδώ λόγια ασυνάρτητα,
χορεύω με δάνειο μιά ξενοπρεπή χαρά.
Ατέρμονος ο κρότος που προκλήθηκε
απ' της ύπαρξής σου το αβρό χάδι
στον εύθραστο γυάλινο ουρανό μου.
Επιχειρώ να τον νεκρώσω μήνες τώρα,
μες σε μέρη πολυσύχναστα
και γέλια πιο τρανταχτά από κλάματα.

Ελίζα

Πέμπτη 21 Σεπτεμβρίου 2017

Άτιτλο

Το στομάχι μου άδειο.
Το τραπέζι γεμάτο.
Η μαμά λέει λάθος φαγητό.
Αγαπώ τα λουλούδια.
53 τετραγωνικά στο κέντρο.
Δε μου φέρνεις πια λουλούδια.
Κλαίω.
Διαβάζω Κάραλη να ηρεμήσω.
Χειρότερα.
Λες μ'αγαπάς.
Λέω μ'αγαπάς;
Κουράζεις.
Κουράζω.
Ρήμα επικίνδυνο σκέφτομαι.
Νίνα Σιμόν στη διαπασών
 πιο ζωντανή
απ' ότι εσύ.


''Ρ''

Στην Κ.


Ξημέρωσε και εγώ έχω πάρει στην ώρα τους τα φάρμακα μου
Ποτίζω τα φυτά ύστερα από το εγώ μου
Ελπίζω να σε βρω εκεί
Ανεβαίνω με δυσκολία τη σκάλα για να έρθω να σε συναντήσω
Λείπεις
Το μαγαζί θα μπορούσα να το χαρακτηρίσω άδειο αλλά,προτιμώ το αδιάφορο
Αδιάφορο μπαρ
Αδιάφορος καφές
Αδιάφορος κόσμος

Τηλέμαχος Μακρυγιάννης

Τρίτη 12 Σεπτεμβρίου 2017

Αντίκρυ.

(βλέμμα στον τέταρτο τοίχο)
Εσύ ο βράχος που σταυρώθηκε ο Προμηθέας κι ε-
γώ η απάτητη κατά τ’ άλλα κορφή που απογειωνόταν ο αετός.
Δεν έχει σημασία ποιοι μας κατοίκησαν. Προορισμός
μας
να γίνουμε αγάλματα στον άνεμο και τη βροχή. (βαθειά ανάσα)
Το αιώνιο κοίταγμά σου.
(μειδίαμα)

Κάποτε ως αγάλματα θα σηκώσουμε μνήμες άσχετές Μας.
Αντίκρυ
στον κόσμο υψωνόμαστε. Να ‘μουν κάλ-
λιο χαλίκι στο παπούτσι σου ή άμμος στο μάτι σου. Κάτι
να ξεγλιστρά ή και να μη φαίνεται.
Να ‘ναι όλα πιο μικρά.
Κι
ε-
σύ.
(εμφατικά) Αχ,
κι εσύ να ήσουν. Κι όχι όλα αυτά που μπορούν να μας
παρηγορήσουν και να μας υπονοήσουν.
Κι όταν χρόνια μετά κι αιώνες θα έχουμε άλλο δέρμα από τώρα
και παντού σεντόνια και σκόνη,
ούτε αν ήμουν όμορφος ή αν μ’ αγάπησες θα σε ρωτήσω, παρά μονάχα αν θυμάσαι.
Εσύ. Όχι όλα τ’
άλλα που μάς
θυμίζουν και μάς

υπονοούν.

Ανώνυμος

Πέμπτη 24 Αυγούστου 2017

Ξέρω εγώ;


Κεραιες πάνω στις πολυκατοικίες
μάτια κλαμμένα των ανθρώπων.
Κάθε ασχήμια έχει την ομορφιά της.
Κάθε ομορφιά είναι διαφορετική.
Πιονάκια της γης στην τεράστια σκακιέρα.
Κάποιοι είναι πύργοι ή ακόμα και βασιλιάδες
Κάποιες είναι βασσίλισες .
Αλλά όλοι το ίδιο φθαρτοί, αναλώσιμοι.
Κάνουμε τις κινήσεις μας, παιζούμε την παράσταση
και περιμένουμε τις αντιδράσεις , το αποτέλεσμα.
Άλλοι είναι παθητικοί στο παιχνίδι και στην άλλη
αυτοί που ορμάνε.
Ο θάνατος ο μόνος δρόμος .
Τότε σταματάς να ακούς, να βλέπεις, να νιώθεις.
Τι παραπάνω να υπάρχει. Πρέπει να το πάρεις γραμμή όμως.
Να μην ξεχαστείς και να μη δώσεις.
Εγω στο ζητάω, δώσε την ψυχή σου
δώσε το κορμί σου..
Αναλώσου όπως πραγματικά πρέπει να κάνεις.
Χρησιμοποιήσε ότι εργαλεία κρατάς και φτιάξε
έναν όμορφο κόσμο.
Φύτεψε τα πιο ωραία λουλούδια.
Ξεσκάτωσε τα πιο απαλά κωλαράκια
Δώσε τα πιο παθιασμένα φιλιά.
Πιες τα πιο παραγεμισμένα ποτά.
Ξάπλωσε στη γη εντελώς γυμνός.
Κοίτα τους ανθρώπους καρφωτά στα μάτια
Φίλα πατούσες και δάγκωσε αυτιά.
Αγκάλιασε σκύλους και ανθρώπους
Χάιδεψε κάποιον στο σβέρκο
Κλεισε το ματάκι σε κάτι που γουστάρεις.
Κανε μια βουτιά και φύγε
Γίνε ένας δαίμονας δηλητηριασμένος
με μια ακατανίκητη επιθυμία.
Γιατί ο θάνατος έρχεται είτε θέλεις είτε όχι
και το καλύτερο που έχεις να κάνεις, είναι να έχεις τις τσέπες γεμάτες.

Φαντομάς

Φωτογραφία χωρίς κάδρο

Άδειες νεκροφόρες ( ω τι ευχή ).
Γεμάτες ζωές οι νύχτες.
Θα 'θελα.
Σε κρεμασα στον τοίχο.
Μια φωτογραφία.
Μαύρη.
Ίσως να ψάχνω μια θέση.
Πρωτη, δεύτερη , τοίχος.
Εκεί εσύ.
Εσύ εκεί.

Ανώνυμος

Τετάρτη 23 Αυγούστου 2017

Σε γνωρίζω.


Τοτε στα νερά που πήγες μια και καλή να γεμίσεις,
κι ήταν αθάνατη μόνο η τρύπα
στο άπατο κανάτι.
Εκεί που το νερό τριβόταν συνωστισμένο
 καθώς πάσχιζε να φύγει από το κανάτι σου.
Ξέρω.

Είναι τελικώς αθάνατα όλα τα θνήτα μαζί
έτσι ως καταφέρνουν να χαϊδέψουν
 κάθε πιθαμή του απείρου.
Κάνοντας το βέβαια χαρούμενο κι αμείλικτο μες την χαρά του.
Ξέρω..

Θαμώνας

Ωδή για τίποτα


Όλη μου η ζωή ένα κυνηγητό

με τον εαυτό μου
την ύπαρξη μου
τα πάθη μου
τις χαμένες προσδοκίες
τα όνειρα τις αποτυχίες
τον πόνο μου
τα λάθη μου τον έρωτα

την μακρινή εφηβική μου ανάμνηση που τρυπώνει μέσα από τα σκεπάσματα το βράδυ και γαληνεύει το μυαλό μου με την θύμηση μιας αδιάκοπης περιέργειας για το φαινόμενο της ζωής

την μάνα μου που προσπαθεί να ξεπεράσει την φυγή μου

τον πατέρα μου που μετράει τα δίφραγκα για τις σπουδές μου

τις σπουδές που προσπαθούν να με διδάξουν να τρώω το μέσα μου για να δείχνω καλύτερος έξω

την χαμένη ελπίδα που άφησα σε κάποια κατάληψη μεταξύ Σινά και Νομικής

τις γροθιές που έφυγαν και για αυτές που έπρεπε να φύγουν στον καριόλι με τον μαίανδρο

το ήρθε ο καιρός να σοβαρευτώ που αποφάσισα στα 25 μου χρόνια

την εργασία μου που μου μαθαίνει να ζω για αυτήν και όχι από αυτήν

το μοναχοπαίδι μου που δέχομαι να με ταπεινώνουν για το καλό του

την οικογένεια που με υποδέχεται διθυραμβικά για τα λεφτά που φέρνω σπίτι

την τηλεόραση που με κάνει να σκέφτομαι να μην είμαι αχάριστος για την ζωή μου

το νοίκι που εισπράττω βαφτίζοντας σπίτι το υπόγειο σε δέκα Πακιστανούς

για αυτά που χάθηκαν όταν το ''όμως'' και το ''αλλά'' έγιναν λέξεις προς αποφυγή

για τα απωθημένα που τρυπάν σαν δηλητηριασμένο βέλος το κορμί μου


για εκείνο το


το κάτι πες


που γιατί
θα φύγω
μέρα μία
νεκρό θα με βρείτε
και με
μετά τι;

Ηρακλής

Τρίτη 22 Αυγούστου 2017

Άτιτλο


Θα σου δώσω κλεμμένο έρωτα
αγάπη που ξεψύχησε σε μιαν επίσκεψη ,
αγκαλιές ξεχασμένες διπλά στη πόρτα
κάθε φορά που έφευγες και τις ξεχνούσες.
Θα σου δώσω φιλιά που δάγκωνα μέσα στο αίμα
με ψυχασθενική ορμή όταν τα κρατούσα.
Θα σου δώσω πληγή εγκλωβισμένη στα σπλάχνα μου
ποτισμένη με μπόλικο αλκοόλ και επιδέσμους γέλιου.
Θα σου δώσω σώμα γδαρμένο απ τις πτώσεις μου
τρυπημένο από  ανακρίβειες και μισόλογα.
Θα ποντάρω στο θράσος σου
με απόδοση πέντε μηδέν.
Θα ποντάρεις σε στημένο παιχνίδι (…)
Η ανάσα σου στο στήθος μου
Η ηδονή της νίκης μέσα μου
Δικιά μου κι αυτή.

Server Notfound

Ελαφριά σαν φύλλο


Πώς γίνεται να είμαι βαριά σαν άνθρωπος, μα τόσο ελαφριά
σαν ένα ριγμένο, απ’ το δέντρο φύλλο;
Με πάει η ζωή όπου θέλει, ανάλογα με τη φορά του χρόνου
και τις εποχές των ανθρώπων.
Ανίκανη να υποταχτώ στο ανθρώπινο βάρος μου,
αφήνομαι να με φυσάνε αναπνοές αγνώριστες
καλοκαιρινές κυρίως..

Μελίσσα

Αυτός ο θόρυβος


Αυτός ο θόρυβος τώρα
είναι ο δρόμος μας
Το σπίτι μας
Η γυναίκα μας
Τα παιδιά μας
που δεν θα γεννηθούν
Οι βόλτες  οι αυγουστιάτικες
Τα φωτεινα χριστούγεννα
Οι ανερυθρίαστες στιγμές πάθους
Τα όνειρα στον θεό της ποίησης
Όλα όσα θα μείνουν δρόμος
μέσα σε ένα δρόμο ανεκπλήρωτο
της ζωής μας

Αυτός ο θόρυβος τώρα
είναι ο δρόμος μας
Γιατί δεν ζήσαμε μαζί στην σιωπή
Ούτε καν ελάχιστα
Να θυμόμαστε μετά από καιρό την αίσθηση
την αίσθηση να μην είσαι μισός
την αίσθηση ν' ανήκεις κάπου
Φεύγοντας πριν καν να δοθεί κατι
Στ΄αλήθεια φεύγουμε
Με τον θόρυβο και τον δρόμο μόνο μας σύντροφο
Κι ας είχαμε πενθήσει τόσο τις χαμένες αγκαλιές
Κι ας πιστέψαμε τόσο δυνατά σε έρωτες μαβιούς
Που δεν ήρθαν
ή που όπως τόσα άλλα
ήρθαν για λίγο
μα αποδείχτηκαν ψευδαισθήσεις

Δεν έχει σημασία αυτή την ώρα τίποτα
Μιας και αυτός ο θόρυβος
είναι ο δρόμος μας

Βαγγέλης Ρουσσάκης

Μουλωχτή Επανάσταση


Βλέμμα Τζέημς Ντιν
Περιμένει το λυχνάρι του Αλλαντίν,
Ν’ αποσώσει,
Λύση να δώσει,
Δίκιο να φέρει,
Φως στο παρτέρι.
Εμότικον, μηνύματα,
Ανάρτησης συνθήματα,
Καίει το wi-fi
Κι ας μην έχει να φάει.
Τατού σε χαίτη πλάνα,
Τρυπήματα, φτηνά αεροπλάνα.
Γδέρνει η φτέρνα το πλακάκι,
Πέφτει η ζώνη απ’ το θηκάκι.
Με τραβά η οθόνη
Καθώς δε με πληγώνει.

Δεν έχει όμως Ανάσταση
Με μουλωχτή επανάσταση.

Ζωή Τζήμητρα

Γκρίνια σόρι


Θαμπώνω στα μάτια φερέλπιδων κι ακμαίων.
Ουρές  φωτεινές πλασμάτων που προσπερνούν.
Πεθαίνω με ένα σουβενιρ αγκαλιά.
Και τα παιδιά…
Τα παιδιά αφήσαν τα πιο μεγάλα ψίχουλα στου σπούργου τα πόδια.
Στις κόγχες τους τιμώνται χίλιες επαναστάσεις  για να γίνει πια φανερό:
“Η σκανταλιά απόθανε έμεινε μόνο η ανάγκη”

Η μάνα χλιμιντρίζει.
Η μάνα χλιμιντρίζει.
Και χαιρετά και αυτή.
Γλυκά.

Θαμώνας

Δευτέρα 21 Αυγούστου 2017

Μέρα Θρήνου Νο 453.

Ήμασταν εκεί
όταν στέναζε το παιδί της Αλήθειας
με κύματα αποτρόπαια μα και τόσο δημιουργικά.
Ραντίζαμε με κάθε νότα
μια χωρίς νόημα και έλεος νύχτα.
Δίναμε με υπομονή
κάθε χτύπο
για ένα κοινό, ισορροπημένο σκοπό.
Νοικιάζαμε τις μικρές χαρές
για χάρη μιας μεγάλης,αναπάντεχης φρίκης.
 Όταν οι εποχές άλλαξαν
και ο χρόνος ξεκίνησε πάλι την τρελή του βόλτα,
ποιος ήταν σίγουρος ότι θα αντέξει;
"Την Ημέρα της Μεγάλης Οργής
ποιος είναι βέβαιος ότι θα σταθεί όρθιος;"
Ενδιαφέρουσα ερώτηση για να κλείνεις
υπόγειες συνομιλίες.
Για να αφήνεις κάθε σιγουριά
για χάρη μιας αβεβαιότητας
που κάθε βήμα στον πίσω δρόμο
έσπρωχνε με πάθος τη ροή της.
Τα πρόσωπα δεν έχουν σημασία.
Ο χρόνος και ο τόπος έχουν συμβατικά και μάλλον τυχαία επιλεγεί.
Σημασία έχει αυτό που γίνεται,
όχι σαν μεταφυσική παθητική δράση
ούτε σαν απλό άθροισμα των επιμέρους κομματιών.
"Το όλο είναι κάτι περισσότερο από άθροισμα των μερών του".
Θυμάσαι;
Τέτοιες σκέψεις έκανες
καβαλώντας το άλογο
στις γενναίες νυχτερινές εξορμήσεις!
Έβλεπες από μακρυά ο,τι κοντά τώρα κείται
και σκεφτόσουν
"άραγε, θα μπορέσω μια μέρα να το βλέπω σαν φάντασμα;
Θα αντέξω να το βλέπω σαν φάντασμα;"
Οι μέρες κυλάνε όχι με μανία ούτε με προσμονή.
Μοιάζουν με λατρεμένη μάνα που ποτέ δε συνάντησες.
Μοιάζουν με γεράκια που ο ήχος τους στοίχειωνε τα όνειρά σου.
Τέλος, μοιάζουν με τη φωνή του γείτονα
που μόνο τον ήχο του αυλού του άκουγες
κάθε που η νύχτα έδιωχνε τα σκοτεινά της φύλλα από το φόντο του ουρανού.
"Σκηνή 3η: ο θρόνος γκρεμίζεται, η όρεξη για λαγνεία γίνεται ακάνθινο στεφάνι,
κάθε κορεσμένη επιθυμία
επιστρέφει εκεί που γεννήθηκε,
ο ήρωας Νο 1 αποχαιρετά για πάντα τον ήρωα Νο 2.
Ύστερα, Σιωπή:
Για τότε, για τώρα, για πριν και για μετά, για ποτέ και για κανέναν,
για όλους και για πάντα."
Όχι, ο συγγραφέας του έργου δεν τα θυμάται καλά...
Ήρθε η Σιωπή-αλίμονο αν δεν ερχόταν-
αλλά προηγήθηκε μεταμέλεια, οργή, ταραχή και μια όρεξη για επιστροφή σε πηγές χωρίς χρόνο.
Αλήθεια, το σκεφτόσουν τότε;
Δεν το περίμενες ότι τα δάση θα βούϊζαν τώρα πια
από την ύπουλη φωνή της ανευθυνότητας.
Δεν ήξερες ότι κάθε πηγή
διψά πιο πολύ από τον πιο διψασμένο διαβάτη;
"Σκηνή 5η: Ο ήρωας Νο 1 και ο ήρωας Νο 2 (ξέχασα να σας πω
ότι το φύλο είναι συμβατικά επιλεγμένο)
χαιρετάνε την Άβυσσο με μάτια που κοιτάζουν στις ανόσιες νύχτες της Περσεφόνης.
Ξανά, ναι. Δεν περίμενε κανείς ότι το στοίχειωμα θα ήταν μια επιπόλαιη νεανικότητα.
Μα αποδείχτηκε πιο επιπόλαιο κι από την πιο ώριμη απόφαση.
Ναι, τότε, εκείνες τις φαντασιακές νύχτες,
πλέοντας σε πέλαγο βροχής και δακρύων
-όχι σαν τα δάκρυα που καθρεφτίζονται τώρα απέναντι-
έφτανες το αδύνατο και συνάμα το σκλάβωνες.
Μέρα Θρήνου Νο 453 (ή μήπως όχι;):
Εσύ επιλέγεις πώς θα την τιμήσεις.
Αν έμαθες κάτι στη μακρινή αυτή πορεία είναι ότι
δεν υπάρχει διαφυγή.
Αν δεν έμαθες κάτι σε αυτή τη μακρινή πορεία,
είναι ότι...
(...)
Ας μην το καθυστερούμε άλλο, αγαπητοί.
Η αναβίωση της Νύχτας της Περσεφόνης
μόλις ξεκινά!

Λάμπρος

Γράμμα δίχως διεύθυνση


Όσο κι αν οι σκέψεις μου
Με τα κύματα της θαλασσας ταξιδεύουν
Δεν θα φτάσουν στον προορισμό τους

Όσο κι αν μεγαλώνουν τα βράδια
Κι αν τα πρωινά είναι μια στάλα
Οι ημέρες περνούν και φθάνουν
Στον σκοπό τους

Το άγγιγμα σου ακόμη νωπό στη ψυχή
Μεστό στο κορμί
Δυο άνθρωποι που αγαπούν,  όταν αγγίζονται
Μεγαλώνει ο σφυγμός τους

Κι αυτές οι σκέψεις
Όσο δυνατές κι ας είναι
Κοντά σου δεν θα φτάσουν

Μην το φοβάσαι μάτια μου.
Την ίδια θάλασσα
Μαζί
Κοιτάμε

Κ.Τ

Σάββατο 19 Αυγούστου 2017

Άτιτλο


Είναι νύχτα
Το φεγγάρι φέγγει
Κι ο ήλιος αλλού βλέπει
Ειναι μερα
Κι τα παιδιά γελάνε
μικροί μεγάλοι , δεν σταματάνε
Ειναι χειμώνας
Η βροχή τρέχει
Κι τα σύννεφα την γη βρέχουν
Ειναι καλοκαίρι
Κι εσυ λείπεις
Ειναι δώδεκα
Κι η προσμονή μεγαλώνει
Είναι η αγάπη
-Αυτή δεν τελειώνει
Είναι κι οι σκέψεις
που το δωμάτιο γεμίζουν
Είναι τα χάδια που το κορμί μου το λυγίζουν
Είναι και ο έρωτας
-Αχ αυτος έρωτας- πουμε πάθος τις νύχτες , τις μέρες , τον χειμώνα , το καλοκαίρι και τι ώρες μας γεμίζει.


Ιωάννα Λιμπερτά

Οι καλοί τρόποι ενός θραύσματος


Το αισθάνομαι. Δεν επιθυμείς να περπατήσουμε μαζί απόψε.
Είναι τόσο σκληρό. Να μην βρίσκω ούτε μια στιγμή να σου πω πως σ' αγαπώ.
Είναι αργά πια.. έχεις αλλάξει τροχιά.
Μείνε απόψε μαζί μου. Νιώθω τόσο πόθο για σένα. Κάθε φορά σφαδάζω.
Η μουσική, μου δίνει όσα δε μπορείς να μου δώσεις εσύ. Δε μου δίνεις απολύτως τίποτα.
Κι όμως ποτέ δεν στερεύω.
Εξατμίζομαι μέσα στη δυστυχία μου
Είμαι αόρατη

Όλα όσα ένιωθες για μένα, τα πάντα κορέστηκαν.
Παρ' όλα αυτά ευχαριστώ το θεό που σε στρίμωξε στο δρόμο μου. Σου έβαλε μια τρικλοποδιά και σωριάστηκες πάνω μου.
Τώρα πια μένει να πάρω μια τούφα από τα γκρίζα σου μαλλιά, να υποκλιθώ και να αποχωρίσω.
Τόσο απλό να αγαπάς
Τόσο απλό και να φεύγεις λέω.

Σμαράγδα Τσιριγώτη

Dreamspace



Από την ταπεινότερη λίθο της γωνίας της γης
Έως το υψηλότερο στρώμα της θερμόσφαιρας
Από τα πέρατα του ορίζοντα
Έως το βαθύ άγνωστο

Υπάρχει αυτή η υπέροχη ισορροπία
Κι αυτή η ισορροπία μας διδάσκει
Η αρμονία που ανήσυχη κοιμάται
Κατά την τέταρτη διάσταση

Κι όπως αρμενίζουμε
Στα πέρατα των ονείρων
Με οδηγό την πυξίδα των επιθυμιών μας
Μόνοι, σε ένα πλήθος

Δεν σταματά να με σαγηνεύει
Η λάμψη σου από μακρυά, ω Αλεξάνδρεια
Τι πράγματα κάναμε, ω θεοί, για μια υπόσχεση
Κι ένα άσμα

Θα ξαναδούμε το ουράνιο τόξο στο σκοτάδι,
Γλυκύ μου έαρ; Θα ξαναταξιδέψουμε
Σε ένα σύννεφο στον μενεξεδένιο ουρανο;
Θα ιππεύσουμε ξανά την κυματώδη πλανεύτρα
   με το Σταυρό του Νότου οδηγό;

Γέρασα, ω Καλυψώ. Τα άσπρα μου μαλλιά μπλέκονται στο τιμόνι
Γονατίζω από την αλμύρα του σκοτεινού κι υγρού μου τάφου
Τα ύψη τα φοβάμαι. Μα με φόβισα κι εγώ
Η αέναη φωτιά κατατρώει τη σάρκα

Μολυβδένιος Αποσπερίτης

Παρασκευή 18 Αυγούστου 2017

Υστερόγραφο


Όταν συναντηθούμε ξανά
αύριο ή έπειτα από χρόνια μοναξιάς
να έχεις τα χέρια σου στις τσέπες
και να προφασιστείς αμηχανία της στιγμής
κι εγώ θα κάνω σαν να μην υπήρξε ποτέ
η μέρα εκείνη
που βρήκα στις χούφτες σου το καταφύγιό μου.

Γ.Δ. Σέρμυντ

Απλή αριθμητική;

Πάντα της έλεγε ότι είναι καλός στα μαθηματικά
κι εκείνη
για να το διαπιστώσει
τον υπέβαλε στη δυσκολότερη αριθμητική δοκιμασία…
Να την αφαιρέσει από τη ζωή του.

Γ.Δ. Σέρμυντ

Εκ των υστέρων


θα σου γράφω 
θα σε γράφω

έφυγες βιαστικά
κι ούτε που πρόλαβα
να σε ρωτήσω
τί από τα δύο είπες
ανάμεσα
στα υπόλοιπα
λόγια του αποχωρισμού.

Γ.Δ. Σέρμυντ

Σάββατο 12 Αυγούστου 2017

Άτιτλο


Δείξε μου τον ανόητο, που δε θα επιθυμούσε τα μάτια σου να ειναι το πρώτο φως της ημέρας του.
Η φωνή σου να ακουστεί πριν απο το ξυπνητήρι ή να νιώσει τη λάμψη του ζεστού κορμιού σου να θρυμματίζει το δικό του την πρώτη στιγμη που θα σ'άγγιζε.
Πες μου ποιος θα αντιστεκόταν με πυγμή στο άρωμα σου ,που καθε τζούρα του σου θυμίζει τις καλύτερες στιγμές της ζωής που δεν πρόλαβες ακομα να ζήσεις.
Τη γεύση των χειλιών αυτών που με καμία δε συγκρίνεται. Την γεύση σου.

Ανώνυμο

Παρασκευή 11 Αυγούστου 2017

Άτιτλο

Υπάρχει ένα τσιφούτικο μικρό φως, έρχεται μέσα από την κίτρινη κουρτίνα, γυαλίζει επάνω στο μάρμαρο κι η υπόλοιπη κουζίνα είναι σκοτεινή. Οι βάσεις των καρεκλών είναι ψάθινες. Όλα τα έπιπλα έχουν πάνω κουβαριασμένα σεντόνια και μαξιλάρια, και ρούχα, κι εγώ πρέπει να τα χω μαζέψει και να χω φύγει μέχρι αύριο το πρωί.
Τρώω τα σταφύλια μέσα απ'το πλαστικό στραγγιστήρι για τα μακαρόνια και ο υπολογιστής, στο τραπέζι της κουζίνας, έχει την οθόνη στηριγμένη σ'ένα γυάλινο μπουκάλι. Θα πρεπε να'ταν στο ψυγείο, το μπουκάλι.

Η εξουσία είναι στα χέρια μου,
αυτό σκέφτομαι μερικές φορές, κοιτώντας την σκιά μου απάνω στο κράσπεδο,

Εσύ δεν ισχυρίστηκες ποτέ κάτι τέτοιο για τον εαυτό σου, μα κάπως τα κατάφερες και την πήρες, από όλους, όντας φανταστικός άνθρωπος στα μάτια μου, μέσα στην φανταστική σου ησυχία,
εκείνη που θέλεις να κρατάς όταν σκέπτεσαι,

Ήσουνα από κείνους που φαίνονται να παριστάνουν ότι δεν φοβούνται,
αντ'αυτού, σε φοβήθηκα εγώ.
Φοβόμουν πως θα μ'αφήνες να κοιτάω το φως που ρέει απ'τις σχισμές, απ'τα παντζούρια σου, που από μέσα έχει κάνει φωλιά ένα γκρίζο, ήρεμο σκοτάδι κι απ'έξω τα κτήρια παρατημένα στο φως, και κάτω απ'αυτά, μπάζο και σαβούρα,
το πανέμορφο αυτό θέαμα,
πως θα έφευγες, και πως θα'σουν χαρούμενος μόνος σου,
και το φοβόμουν κάθε μέρα,
επειδή είχα ακόμα, μια μικρή, ανήσυχη ελπίδα, ότι μια μέρα, θα καθόσουν να το κοιτάξουμε μαζί,
το κλισέ, κουτό, ψεύτικο θέαμα,
με κλισέ, κουτά, αληθινά λόγια,
χωρίς καμία εξουσία από μέρους μας, να επιβάλλεται απ'τον έναν στον άλλον,
(καθώς θα'ταν ο μόνος τρόπος να μην μας επιβάλλεται στο διάστημα αυτό καμία εξωτερική),
χωρίς να είχα κάποια ελπίδα, ότι εαν αυτό συνέβαινε, θα κρατούσε για πάνω από ένα διάστημα,
και χωρίς καμία αμφιβολία ότι πρωτού αυτό το διάστημα τέλειωνε,
θα φοβάμουν κάθε μέρα τα ίδια πράγματα,
αγαπώντας την αθλιότητα του ρομαντισμού που πάντοτε κατέκρινα,
τυλιγμένη γύρω σου και πικρή,
θα γινότανε κάθε μέρα πιο κλισέ,
για σένα,
ώσπου να την βαρεθείς κι ώσπου εγώ θα βαριόμουν τον εαυτό μου,
και να χανόταν αυτό το μικρό αυτό ξέσπασμα, να κούρνιαζε μέσα στις σαβούρες, εκεί έξω,
να έλαμπε μια τέλευταία φορά, έτσι κλισέ, απάνω στα σίδερα, ένα καυτό μεσημέρι μήνες αργότερα,
και θα'ταν η τελευτάια του φορά,
επάνω στη σγουριά, επάνω στα χέρια σου, σε μια τυχάια μικρή κίνηση,
κι επάνω στα δικά μου, επάνω σε κάποια κίνηση που δε θα'ναι καθόλου τυχαία.

Ανώνυμο

Σιωπή


Η σιωπή στο μυαλό μου
βάφεται με άσπρο
και σαν βάφεται με άσπρο
γεμίζει τρύπες
Φριχτές και χαρούμενες  αναμνήσεις τρυπάνε το σεντόνι
Σκέψεις ενοχοποιημένες
Αποφάσεις λογικής
Συμπεράσματα λανθασμένα
Και το μπαμ .
Το σεντόνι πλέον στολίζεται με μαύρο
Και το μπαμ.
Το σεντόνι πλέον σκίζεται , τρυπιέται , καίγεται.
Και ψάχνω να δω αν υπάρχει
Και το μπαμ.
Το σεντόνι δεν υπάρχει
Μπαμ.
Κι στην προσπάθεια να ψάξεις τι έχει απομείνει αρχίζεις και συλλέγεις
Κάθε έκρηξη της στιγμής
Μίσος
Θυμό
Έρωτα
Επιβεβαίωση
Και αφού βρεις ότι αναζητάς.
Το σεντόνι εξαμφανίζεται και η διαδικασία ξαναξεκινάει.

Η σιωπή στο μυαλό μου..

Ιωαννά Λιμπερτά

Άτιτλο

Κάτω από τη σκιά σου πλέον
θα καρφώσω έναν νέο ήλιο
και θα καρφώσω σαν οδοντογλυφίδες δέντρα
να μας σκιάζουν
και θα ψιθυρίσω φόβους
να μας σκιάζουν.
Μυρμήγκια, θα κουβαλάμε το πολλαπλάσιο του βάρους μας σε μνήμες. Όλα τα σημεία στους δρόμους τα γύρισα από την
ανάποδη σαν μπλουζάκια: όπου
φιληθήκαμε βράδυ θα είναι πρωί
κι όπου πρωί λαμπύρισαν τα υπέροχα μάτια σου
μόνο σκοτάδι.
Όσο σε περίμενα μια νυχτερίδα πήγε να μπλεχτεί
στα μαλλιά μου. Πώς
να αντέξω άλλο χάδι χωρίς μια τέτοια προθέρμανση.
Όλος ο κόσμος κάτω από τη σκιά σου
πλειστόκαινος
θα ανθίζει, θα ρίχνει τα φύλλα του και κιρκαδιανά θα βηματίζει στο τέλος του σα σε εργαστήριο in vivo.
Και η χρονολογία θα είναι προ και μετά εσού.
Θα φταρνίζομαι σε κάθε εκφορά σου σαν να μύρισα πιπέρι ή αλλεργία ή σαν να είπα την αλήθεια.
Υπό σκιά σου κάθε αναμέτρησή μου με την πλάση.

ΑΚ

Πέμπτη 10 Αυγούστου 2017

πώς μπορεί κάποιος να μου ζητήσει ψυχραιμία


Πως τολμάμε και νοσταλγούμε
Πρέπει κάθε μέρα να είναι διαφορετική
Ένα βήμα μπροστά
Δεν μπορούμε να χανόμαστε σε μνήμες
Τα αρώματα δεν είναι για εμάς
Ούτε η θύμηση της αφής
Τα χαζεμένα βλέμματα
Η γεύση του φιλιού
Δεν είναι αυτά για εμάς

Δεν μπορούμε – Δεν προλαβαίνουμε – Δεν πρέπει
Να χανόμαστε σε μνήμες
Αυτές είναι για τους κουτούς
Για τους ονειροπόλους
Τους Ρομαντικούς
Δεν είναι αυτά για εμάς
Δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να ασελγούμε στο μέλλον μας
Πρέπει να το διαφυλάξουμε
Ως κάτι φρέσκο

Να τα ξεχάσουμε όλα
Ναι αυτό πρέπει να κάνουμε
Να αδειάσουμε το μυαλό μας από κάθε άχρηστη πληροφορία
Τα αρώματα θα τα μυρίσουμε από την αρχή
Την αφή θα την ξαναμάθουμε
Τα βλέμματα δεν χρειάζεται να είναι χαζεμένα
Είναι χαζό
Και την γεύση έτσι και αλλιώς την καλύπτουμε όποτε πλένουμε τα δόντια μας
Δεν είναι αυτά για εμάς

Έχουμε ευθύνη απέναντι στον εαυτό μας να συνεχίσουμε
Πρέπει να συνεχίσουμε
Να γεράσουμε

Τότε;
τι σημασία θα έχουν αυτά που θα ζήσουμε;
Αν δεν γίνουν παρελθόν
Αν δεν τα νοσταλγούμε

Είναι άλγος που το χρειαζόμαστε

Χέσε το μέλλον
Θα βουτήξω στο παρελθόν μου μέχρι
να μου τελειώσει
η ανάσα
Και τότε μόνο
θα αναδυθώ για να αναπνεύσω

πριν την επόμενη βουτιά

Αλεφ

Κυριακή 23 Ιουλίου 2017

431 Nephele


Θα σε κοιτάξω, φορές θα σε γνωρίσω κύμα νυχτερινό, του φεγγαριού το διάδρομο να σπάει.
Θα σε νιώσω, στιγμές, θα τρομάξω,μουσώνας και ορμή, ακίνητος μέχρι να ησυχάσεις.
Θα σε ακούσω, ώρες, θα σαστίσω,εκστατικός στη δύσκολη του φαραγγιού μουσική που κουβαλάς.
Θα σε αγγίξω, μήνες, σφιχτά, κοράλλι που χαράζει 2 γραμμές παράλληλες με αυτήν της μοίρας, στην παλάμη.
Χρόνια θα ψάξω των ματιών σου το σμαράγδι, μια έδρα του μικρή να λάμπει, θαμμένο στον καφέ πορτοκαλί καμβά, εκεί που το ποτάμι το χώμα δυναστεύει.
Ποτέ δε θα σε εννοήσω, ποτέ δε θα σε καταλάβω.

Γιάννης Μπροκαλάκης

Σάββατο 22 Ιουλίου 2017

Άτιτλο


Ο καταραμένος ποιητής έχει όλα τα στάδια οι μάλλον κάποια από αυτά ναρκωτικά έρωτας αγάπη ψέμα αλήθεια και φυσικά πόνο και μεγάλη δίψα για γλυκιά ζωή. Ποίημα χωρίς αιτία.

Ανώνυμος

Κυριακή 16 Ιουλίου 2017

Hot stress


κι όσο ξημέρωνε κολλούσαμε
και όσο αφήναμε ανοιχτές τις μπαλκονόπορτες μπαίνανε ακάλεστοι
κάθε λογής περαστικοί
και μύγες
αχ, οι μύγες
χειρότερες κι από τα κουνούπια
ψάχνανε αδιάκριτα τα ρούχα σου και τα μαλλιά μου
και στο τέλος μας αδειάσανε τις τσέπες
και  έφυγαν μέσα στη ζέστη,
χάθηκαν μεταξύ ψυχρού και θερμού ρεύματος
λίβα και ερκοντίσιον
παράνοιας και όασης
μ΄ένα μαγιό στο χρώμα της ζέστης που, τι τύχη
ούτε οχτώ ευρώ δεν κόστιζε
έπαιζε αφρικάνικα και χόρευε μανιωδώς
και ίδρωνε μανιωδώς
και δε μπορούσα να ξεκολλήσω τα μάτια μου από αυτό το θέαμα
και όσο ξημέρωνε κολλούσαμε
κι όσο κολλούσαμε
ξημέρωνε
και η ζέστη, μάτια μου, είναι κολλητική, φύγε από πάνω μου

σε θέλω, αλλά
με αυτή τη ζέστη
ίσως να μη με θες εσύ
σκέψου το – αγκαλιά με τον ανεμιστήρα

είμαστε πολλοί για να χωρέσουμε σ’ένα μαγιό

τι θα έλεγες για γυμνισμό;

Α.(ρετή)

Σάββατο 15 Ιουλίου 2017

Άτιτλο


Υποφέρουμε από μία ατελείωτη και αβάσταχτη μοναξιά.
Η ύπαρξή μας σε κάθε της βήμα, σε κάθε ανούσια πτυχή της καθημερινότητας πονάει.
Αγνοούμε τους σπασμούς.
Αγνοούμε την επιληψία.
Η ύπαρξή μας είναι επιληπτική.
Αυτό δεν αλλάζει.
Ενδιάμεσα καπνός, αλκοόλ και τέχνη. Και ξανά σπασμοί.

Ε. Κ. 

Πέμπτη 13 Ιουλίου 2017

Αταιλια


Ξέρεις γιατί μ’αρέσει η ατέλεια;
Γιατί δεν μπόρεσα ποτέ να τελειώσω κάτι,
είμαι ατσούμπαλη ,
αφήνω τα περισσότερα πράγματα στην μέση.
Είμαι απρόσεκτη,
λες και με γέννησε τυφώνας,
δεν βλέπω μπροστά μου,
τα μάτια μου είναι μόνιμα ανοιχτά για πολλά ,
όμως δεν προσέχω τον εαυτό μου.
Είναι αυτό που μου λες που και που πως σου την σπάει,
αλλά έτσι είμαι ,
προσπάθησαν να με αλλάξουν ,
να με πλάσουν στα μέτρα τους,
δεν τα κατάφεραν,
δίστασαν λίγο μόλις κατάλαβαν ότι δεν τους ακούω.
Κι έπειτα;
Έπειτα έφυγα απ’ αυτούς,
με έψαξαν για λίγο και βαρέθηκαν,
πλέον δεν με ψάχνει κανείς.
Βασικά, γράψε λάθος,
με ψάχνουν κάποιοι ,
κάποιοι που δεν προσπάθησαν ποτέ για κάτι περισσότερο,
κάποιοι που δεν με έμαθαν και στέλνουν ένα μήνυμα μια φορά στο τόσο για να δουν πως είμαι ,
κάποιοι που ζητάνε πολλά από μένα
, μα δεν παίζει να τα πάρουν.
Είναι αυτοί, οι πολλοί, που δεν τους θέλω.
Αυτοί που σιχαίνομαι ,
αυτοί που με κάνουν να κλαίω από λύπηση για εκείνους
και για μένα πολλές φορές.
Είναι αυτοί , που μοιάζουν με πολιτικούς και νταβατζίδες.
Μοιάζουν με παπάδες και δικηγόρους.
Μοιάζουν με μαγαζάτορες που δεν πληρώνουν τους υπαλλήλους.
Μοιάζουν με κομπλεξικούς παππούδες.
Μοιάζουν με αγάμητους εργάτες.
Βέβαια , είναι και οι άλλοι.
Οι άλλοι που μοιάζουν με όνειρα.
Με όνειρα και πουλιά.
Είναι οι άλλοι ,που τους ξέρεις μόνο εσύ.
Και που θα σε αλλάξουν χωρίς να το καταλάβεις,
για το δικό σου καλό,
χωρίς να το καταλάβουν ,
για το δικό τους καλό.
Είναι οι άλλοι που μοιάζουν με κλόουν ,
όχι αυτούς που φοβάσαι ,
τους άλλους που σχηματίζουν μπαλόνια στο ζώο που θες.
Αυτούς κρατάω,
αυτούς γιατί γουστάρουν την αλήθεια μου.

Κοράκι

Πώς μπορεί κάποιος να μου ζητήσει ψυχραιμία

Πώς μπορεί κάποιος να μου ζητήσει ψυχραιμία
Εμένα το αίμα μου βράζει
Έχει τα αρώματα από κάθε μου μεθύσι
Πως μπορεί κάποιος να μου ζητήσει ψυχραιμία
Την έχουν τα ψάρια
-Έτσι λένε όποιον είναι καινούργιος στο παιχνίδι
Εμένα το μυαλό μου τρέχει σαν πίθηκος σε ανήλιο λιβάδι
Στρεβλώνει κάθε ιδέα
Την διασπά
Ξεχνά το πραγματικό
Το ταξιδεύει
Όλα είναι σαν παιχνίδι
Για το μυαλό μου
Μια μπάρα με ενέργεια και εγώ την καταναλώνω
Γίνομαι φάσμα και τρέχω να αναγεννηθώ στο πτώμα μου
Ποια ψυχραιμία
Αυτή είναι για τους μισούς
Για τους φοβισμένους
Η μεγαλύτερη δύναμη είναι
να αντέξεις το αίμα να  κυλά στις φλέβες σου
και να ζεματάει
να αχνίζει
να νιώθεις το σώμα σου έτοιμο να εκραγεί σαν χύτρα
που την γέμισες με νερό και ξέχασες ότι βράζει
Για εμένα αυτό είναι δύναμη
Γιατί με αυτό ανατινάζεις την κανονικότητα τους
Και αυτή είναι το ξυράφι που θα κόψει τα λαρύγγια τους.

Άλεφ

Άτιτλο



Μη δεθείς
θα το αντιληφθούν
οι άνθρωποι
και σαν όρνια
θα σε κατασπαράξουν.
Μη κλάψεις
θα μυρίσουν το δάκρυ σου
και θα πέσουν
να σε φάνε.
Μη δείξεις ίχνος
αδυναμίας​
θα σε βαπτίσουν θύμα τους
-- λίγο- λίγο θα σου πίνουν
το αίμα ωσότου να υποκύψεις
στα αλαζονικά προστάγματα τους.
Μην εμπιστευτείς
θα σε απογοητεύσουν
θα σε διαβάλουν
θα σε εκμηδενίσουν
με τρόπο διακριτικό
ώστε να νομίζεις ότι
νοιάζονται για σένα-- αλλά
τέτοιος βλάκας είσαι που
παραμυθιάζεσαι.
Μη λοιπόν
για το καλό σου.

Αγγελική Σπανδωνίδου

Πέμπτη 22 Ιουνίου 2017

Το σπίτι

Στον Μ. Σαχτούρη

Μπήκε απ΄το παράθυρο
Το κομμένο χέρι

Καλημέρισε
Τον ψευδό παπαγάλο
Με τα δεμένα χρυσά φτερά
Διέσχισε το πάτωμα
Με τα εξαγριωμένα φίδια
Ανέβηκε τι θλιμμένες σκάλες
Έσπρωξε από κάτω την άρνηση
Με τα ροζ τακούνια
Διέσχισε τον διάδρομο
Με τις αναμνήσεις
Πήδηξε την τάφρο
Με τις χαμένες νύχτες
Έγραψε τον κωδικό
"Μοναξιά"
Στο αγκάθινο λουκέτο
Σκαρφάλωσε στο
Βρεγμένο κρεβάτι
Σκούπισε τα δάκρυα
Της γυναίκας
Και την αγκάλιασε

Και η γυναίκα
Το έκοψε.

Κάρολος 

Δευτέρα 19 Ιουνίου 2017

Κάτι φωτεινό

ασθενικά λουλούδια
σε μαύρο πλαίσιο
χαώδη καλώδια
και ηλεκτρικοί άνθρωποι
ένα δωμάτιο
μουχλιασμένο από ερωτικά υγρά
και ρυάκια γλυκόλογων
ψιθυριστά φιλιά
καρφωμένα στους τοίχους
έκθεμα λαγνείας αγνώστου καλλιτέχνη
πλάτες παλάμες μωσαϊκό από
νεκρή φωσφορίζουσα σάρκα
στο άυλο πάτωμα
βλέμματα κρεμασμένα
απ' το ταβάνι
πολυέλαιοι άγρυπνων ματιών

ένα χέρι τρέχει στα μαλλιά μου
στο λαιμό μου
πνίγει
την πρώτη μου ανάσα
στο πρόσωπό μου
μουτζουρώνει
τη θύμηση

μια θάλασσα
η κρύα ελευθερία καθηλωτική
ένας ορίζοντας ιπτάμενος
ένας ήλιος ανήλεος και η
σκιά
σκιές
κάθοδος
δε φαίνομαι
τίποτα από εμένα δε φαίνεται
εξαϋλωμένη
υπάρχω μόνο
στα όνειρα του τελευταίου ζωντανού θεατή
κάτι τέτοιες νύχτες
θέλω κάθε κύτταρό μου να μπορούσε να αποσυντεθεί μόνο για να ξαναζήσω
άλλη
άγνωστη
ξένη

Γιολίνα Σταμούλη

Άτιτλο


Τα πρωινά που ο ήλιος τις άκρες της γης αρχίζει να γλείφει, αυτές τις ώρες με πιάνουν οι μεγαλύτερες τρέλες μου. Το κεφάλι μου σαν τροχός που κυλάει σε μια ατελείωτη κατηφόρα. Η παράνοια μου έχει αλλεπάλληλους οργασμούς και κορυφώσεις. Προσπαθώ όσο μπορώ να πυροβολώ τη φαντασία. Αλλά το κεφάλι μου πάλι τρυπάει ο δαίμονας Εαυτός.
Ως πότε; Το θάνατο έχω πάψει να φοβάμαι. Η ηθική μου είναι πλέον μια νεκρική ακολουθία. Αναβιώνω το παρελθόν, σκοτώνω το παρόν, και θάβω το μέλλον. Έτσι μεταλλαξα τη ζωή μου. Σε έναν υπόνομο σε ένα σοκάκι της πόλης. Εκεί που η λάσπη και η βρωμιά σμιγουν και τα ποντίκια βασιλεύουν. Ως πότε; Μη ρωτάς…

Φαντομάς


Δευτέρα 5 Ιουνίου 2017

Η πόλη

Οι μνήμες της πόλης
ανατροφοδοτούνται
μα
είναι εκεί
στοιβαγμένες
σαν ψυχές
ζώσες
ξανά και ξανά·
ιστορίες ανθρώπων
γραμμένες
στους εκλιπόντες σοβάδες.

Αιωνία τους η μνήμη.

CitiZen

Μπρος και πίσω από την αυλαία


[Στο παρασκήνιο]
βλέπω ανθρώπους
κενούς
δίχως πρόσωπο
να περιπλανώνται
αφιονισμένοι
γυρεύοντας στα
ζοφηρά μονοπάτια
του μυαλού τους
τον αλλοτριωμένο
εαυτό τους

[Στο προσκήνιο]
η παράσταση ξεκίνησε
τώρα πια βλέπω
ανθρώπους
καλλωπισμένους
μασκαρεμένους
με μεταξωτά ενδύματα
και γυαλιστερά προσωπεία
να εκτίθενται
με ζήλο υπό το φώς
των προβολέων
μπροστά στα μάτια
της κοινής γνώμης
ερμηνεύοντας τους
κοινωνικά
αποδεκτούς
ρόλους

Αγγελική Σπανδωνίδου

Παρασκευή 2 Ιουνίου 2017

Οι γάτες στη γλάστρα

ζηλεύω τις δυο γάτες που κοιμούνται μες στη γλάστρα
δε νοιάζονται τι γίνεται και τι τις περιμένει
κι η άνοιξη που έφτασε πια καθυστερημένη
θα φέρει ένα βράδυ φορτωμένο χίλια άστρα

και γλείφουν τις πατούσες τους και τρώνε απ’ το δοχείο
τροφή που τους αφήσαμε με μπόλικη φροντίδα
κι από όλη την προσήλωση και την αγάπη που είδα
την πιο αγνή συνάντησα στα μάτια αυτών των δύο

και λιάζονται στον ίσκιο που τα φύλλα σχηματίζουν
και που και που στις γάμπες μας γυρνούν και ψάχνουν χάδια
μα μόλις τις αγγίξουμε τα χέρια μένουν άδεια
και φεύγουν λίγη ακόμη προσοχή να κατακτήσουν

Πελώριο κβάντο

Ληστές


Άνεμος. Φουρτούνα στα αιμάτινα νερά μου,ναυάγιο στι φλέβες μου.
Πνίγηκαν και οι ταξιδιάρηδες ελάχιστοι εαυτοί μου.
Έμεινα ακατοίκιτη.

Σκληρό το δέρμα,ανθεκτικό.
Πώς τρύπωσαν ξένα σώματα-διαρρήκτες,
και τώρα νοσώ ;

Ξένα σώματα.Διαρρήκτες.
Βρίσκουν χυμένες λέξεις
Σκοτωμένες λέξεις
Βουβές λέξεις
Μπερδεμένες ,κοφτερές και άσχημες
Και τις πετούν κάθε νύχτα στο μυαλό μου

Κρύβομαι,φεύγω.
Ποιοί είναι αυτοί εντός μου ,τι θέλουν
Με τιμωρούν,αναποδογυρίζουν τη σάρκα μου
Σκορπάνε το μέσα μου,γελάνε μαζί μου
Ντρέπομαι

Οι ποιητές των ονείρων μου.
Ποιός τους είπε
Να κάνουν εικόνες τις σιωπές μου
Με καταδικάζουν έτσι
πάντα
να μην μιλώ

Και αν με εγκαταλείψουν;
Οι ποιητές,αν με εγκαταλείψουν;

Ποιός ξένος πάλι
θα με παραβιάσει

Ποιός ξένος
θα νοικιάσει
το κορμί μου.

Λυκ.

Τρίτη 30 Μαΐου 2017

Ο άνθρωπος που δε μιλούσε


αντιστέκομαι
στην παρόρμηση να ορμήξω πάνω σου
αντιστέκομαι
στην έλξη
ακολουθώ με τα μάτια μου
το λεκτικό παραπέτασμα
που μας χωρίζει

αναρωτιέμαι
ποια είναι η απόσταση μεταξύ δύο ανθρώπων
όχι σε μέτρα η εκατοστά,
αλλά σε λέξεις που δεν ειπώθηκαν,
γιατί κάποιος θεώρησε κάποτε ότι δεν είναι η ώρα να ειπωθούν,
σε κινήσεις και βλέμματα που δεν ανταλλάχθηκαν,
γιατί κάποιος θεώρησε κάποτε ότι δεν είναι της ώρας
ότι έχουμε καιρό για τέτοια

χτίσαμε το διάφανο τοίχο από λέξεις
έναν μπροστά μου
και έναν μπροστά σου
και τον γεμίζουμε δαχτυλιές
προσπαθώντας να πιάσουμε αυτό που είναι απέναντί μας
χωρίς να βλέπουμε αυτό που χτίσαμε μπροστά μας

ποιητική α-η-δία με πιάνει
θέλω να σου φωνάξω στο αυτί,
να σου πετάξω την ουδέτερη έκφραση
και μαζί μ'αυτήν
να σου πετάξω και ό,τι δε χρειάζεσαι από λέξεις.

Α. 

Κυριακή 28 Μαΐου 2017

Φυσάω στον βορρά

Ο χρόνος είναι σιωπή ο χρόνος κιλά στα μάτια σου ο χρόνος είσαι εσύ ο χρόνος είναι ένα τίποτα μου είχες πει.

Άγνωστο

Σάββατο 27 Μαΐου 2017

Άτιτλο

Σήμερα βαριέμαι
χυμένος
απ τη μια γωνιά στην άλλη
σκόνη
ξεστρατισμενες καλτσες
τριχες
αφου κατεληξα
ναι - καμιά φορά καταλήγω
τι μ αυτο;
να σε τσιγκλίσω
δυο μπουκετα λουδια
λογια
λουλουδια
δουλεια
μια παυση
τολμηρη
έχει κι αλλες γωνιές το δωμάτιο
αλλες τοσες
το κοιτας ανάποδα
κατακόρυφα
κι αυτο πάνω απ τους ώμους σου τι είναι;
λίγο χρόνο μόνο
πήρε. πόδι
πήρε χέρι
άπλωσε τα χείλια σαν βεντούζα να ρουφήξει τη μελανιά
άλλωστε δεν υπάρχουν σώματα
έστω φυστίκια
μέσα ο καρπός
και οι ώμοι ψηλά
κεφάλι είναι;

Βιζ 

glitter


νομίζω ότι ξεφτίζω
ναι, σιγά σιγά αρχίζω να ξηλώνομαι
αφήνω κλωστές μου εδώ κι εκεί
τις ξεχνάω σε καθίσματα, σε ξένα παπούτσια, σε ποτήρια καφέ μιας χρήσης
σε αγκαλιές που δεν ξέρω πώς βρέθηκα
σε πατώματα που δε μπορούν να με σηκώσουν και τρίζουν και ραγίζουν

νομίζω ότι ραγίζω
γέρνει η μια μου πλευρά και κολλάω με χανζαπλάστ το κρανίο μου στη μέση για να κρατήσω τις σκέψεις μου στη θέση τους και να τις παρηγορήσω λίγο

νομίζω ότι θολώνω
ή το βαρομετρικό γύρω μου είναι χαμηλό και έπεσε ομίχλη

πρώτη φορά χωράω μέσα σε τόσο μεγάλο χέρι
με έπιασε και με στράγγιξε κανονικά
και τώρα με άφησε σαν κακοπλυμένο πιάτο


και χαρτογραφώ τη μέρα με σκόρπιες λέξεις
κλαίω
καφές
πρέπει
σήκω
καθάρισμα
λες?
οδοντόβουρτσα
σκόνη
ήλιος
εκκρεμότητα
πέντε
τσούξιμο
πόρτα
πλυντήριο
χέρι
χ
ερ
ι

και ένα μυαλό που επουλώνεται
και επαναπρογραμματίζεται
συνηθίζει στο φως
φυσικό ή τεχνητό
και του αρέσουν πολύ οι σκόρπιες λέξεις.
του αρέσουν οι συνδυασμοί που προκαλούν αμηχανία
του αρέσει να σε σκέφτεται ακριβώς όταν δεν πρέπει

τη βρίσκει με το χάος
τη χάνει με την τάξη
την ξαναβρίσκει με την αταξία
και γλιτώνει στο τσακ την τιμωρία.

και όταν χάνεται γελάει διστακτικά
γιατί δεν έχει βγάλει τις αμυγδαλές ακόμα.

A. 

Παλίρροια

Ανάθεμα σ' αυτές
Τις παθιασμένες πλημμυρίδες.
Πρέπει ν' αγαπάς πολύ
Τη θάλασσα για να πνιγείς.
Και αφού πνιγείς
Πρέπει να ελπίζεις...
Πρέπει να ελπίζεις πως
Η αμπωτή θα σε ξεβράσει ανάσκελα.
Και θα σε δουν οι άνθρωποι
Και θα ζηλέψουν.

Romeo Rousseau

Πέμπτη 18 Μαΐου 2017

Άτιτλο



Δεν ξέχασα ποτέ τα ξερά σου χείλη
που όλο αγάπη τα έλουζα
να νιώσεις την ζεστασιά των άστρων.
απόψε με χείλη όλο αγκάθια πλησιάζω
να ταΐσω το θεριό.
είμαι ένα κομμάτι κρέας
είμαι ένα κομμάτι ψέμα
και προσφέρομαι να με κατασπαράξεις
να χορτάσεις από το τίποτα.
είμαι ένα ρημάδι μοναξιά
που όλο θερίζει
με κόσα ατσάλινη
τα λουλούδια της αυλής σου.
δεν έχω τίποτα να πω
και όμως μέσα μου
όλο εκρήξεις μυστικές.
Δεν ξέχασα ποτέ τα ξερά σου χείλη,
δεν υπάρχει κρύο
και στα ζεστά σαλόνια σου
κρατάω ημερολόγιο αυτοφθοράς.
έστω για ότι έμεινε
έστω για ότι θυμάμαι πια.
είμαι μια σιωπή πριν το τέλος.
και αυτό να βηματίζει νωχελικά
γνωρίζοντας την γεύση
από τα ξερά σου χείλη.
ας ήταν μια φορά να ξεχνούσα
και όμως κάθε νύχτα
το σαράκι ροκανίζει ροκανίζει ροκανίζει
τσακ τσακ τσακ τσακ
ένα λευκό ξεθωριασμένο ημερολόγιο
ένα ξεχασμένο θυμικό
ένα παρατημένο ποίημα

Τάσος Πολίτης

Ανυπόγραφο


Τρελοί συνειρμοί καλοκαιριού.
Εκεί που η θλίψη βαραίνει.
Είδα μια φράουλα.
Άλλοτε ξινή, άλλοτε γλυκιά.
Δοκίμασα, ήταν η ζωή.
Τελικά, αυτό που μένει είναι μια γεύση.
Και η μουσική.

Ηλίας Σ.

Πέμπτη 11 Μαΐου 2017

Είμαι

Δεν μοιάζω με ‘σένα.
Είμαι μια Παρασκευή που φωνάζει δυνατά,
όπως οι μέλισσες στην ανθισμένη αμυγδαλιά.

Είμαι ένα ποδήλατο, δώρο απ’ τη νονά,
με ροζ κορδέλες στα χερούλια.

Είμαι ένα ζουμπούλι που προφήτεψε την άνοιξη
και άνθισε με τις ζέστες.

Είμαι ένα τραγούδι που ακούγεται δυνατά ,
για να μη το ακούει κανείς.

Είμαι μια λέξη, όμορφη ,γραμμένη στο πίνακα με κιμωλία
απ’ αυτές που δεν υπάρχουν στις σελίδες
παρά μόνο τις γεννά ο νους.


Μελίσσα

Τετάρτη 3 Μαΐου 2017

Άτιτλο

Πίστεψα για μια στιγμή στην άνοιξη
Ώσπου προδότες καθαίρεσαν τον ήλιο
γιατί ήταν αμείλικτα στα βάθη των αιώνων απαράλλαχτος
κι απωθημένο τους καιρό να εκδικηθούν την αιωνιότητα
Τώρα χλευάζουν τα ηλιοτρόπια που πενθούν
κι αυτούς που νοσταλγούν τις πορφυρές του καταδύσεις
Τώρα γιορτάζουν των σκιών τη λευτεριά
που αύριο κιόλας θ᾽απαρνηθούν τα σώματά μας
Κι ο ήλιος ξέρει πως είμαστε οι προδότες
πως ήταν αβάσταχτη για μας η σιγουριά ότι αύριο θ᾽ανατείλει
Πίστεψα για μια στιγμή στην άνοιξη
Ώσπου με πρόδωσε το πλήρωμα του χρόνου
αυτού που όνειρα σε πύρινη λήθη παραδίδει
σαν να μην έχει ανάγκη το αύριο απ᾽αυτά
Πυρός το παρανάλωμα σχεδόν έγιναν τώρα
κι είναι η φωτιά ανυπότακτη κι εμείς δειλοί σωτήρες
Ξέρω πως κάποτε υπήρχε μία διάβαση εδώ
προτού γίνει παράτολμο το πέρασμα του χρόνου
Κι εκείνος ξέρει πως είμαστε εμείς το πλήρωμά του
πειθήνια κι υπάκουα σ᾽αυτόν πάντοτε όργανα
Δεν πίστεψα καμιά στιγμή στην άνοιξη
Μονάχα αναρωτιώμουν
πού να φυγάδευσε τον θάνατο απόψε
σ᾽ένα ζευγάρι μάτια παιδικά
στην αιμάσσουσα κραυγή ενός ηττημένου
σε μια υπόσχεση που χρόνια ξεψυχά
ή στων ανθρώπων την ελπίδα που απομένει
Με κλονισμένη πίστη, μ᾽αυτόν τον τρόμο πίσω μου
Πώς να κινήσω τώρα για το θέρος;

Μικρός Πρίγκιπας

Παρασκευή 28 Απριλίου 2017

Άτιτλο



Μια μέρα,
αγάπη μου,
θα βυθιστώ•
σ'αυτη τη θλίψη
ίδια η θάλασσα
των ματιών σου.
θα σ'αγκαλιάσω απαλά
σαν το κύμα,
ένα φθινόπωρο,
σε μια άκρη του κόσμου,
όπου οι άνθρωποι αφήνουν
υποσχέσεις και ερωτες.
ή σαν δροσερό αεράκι
βράδυ Αυγούστου
στις μεγάλες εκεινες
αμίλητες βόλτες
που οι άνθρωποι αγαπιουνται.
Θα σ' αγκαλιάσω
σε χρόνο παρατατικό
και θα σου μιλήσω σε χρονο μέλλοντα.
Κι ύστερα εσυ μιλα μου,
μα μην ενοχλείς τις λέξεις.
πόσα και πόσα άλλωστε
έχει πει ένα φιλί.
Κι ετσι δεν θα σου μοιάζει πια
η λέξη θλίψη
καθώς ηχεί.
Μα η λέξη ζωντάνια,
θα 'θελα,
που τόσο καλά
την έχεις μέσα σου κρύψει.

Stavi

Du riechst so gut

— Θα έρθω σε λίγο, θέλω να κάνω ένα τσιγάρο και ν' ακούσω μουσική.
Έπρεπε οπωσδήποτε να κάνω ένα τσιγάρο, αυτό δε σήκωνε κουβέντα και το ήξερες.
Επιπλέον όμως μου 'χε καρφωθεί στο μυαλό η Λίνα του Άσιμου, χωρίς να ξέρω γιατί.
Βέβαια όταν πάτησα το πλέυ κατάλαβα:
πες μου ένα ψέμα ν' αποκοιμηθώ
μοναχά για σένα κάνω το χαζό.
Άνοιξα και το παράθυρο κι ακούμπησα εκεί τους αγκώνες μου
και κάπνιζα κοιτώντας τον άδειο δρόμο.
Σχεδόν λυπήθηκα που δε σηκώθηκες να μ' ακολουθήσεις·
λυπάμαι όταν περνάνε χωρίς μάρτυρες οι κινηματογραφικές στιγμές.
Αλλά δεν πειράζει, εγώ θα το θυμάμαι.
Και να προσπαθήσω, δε θα μπορέσω να το ξεχάσω αυτό το βράδυ.
Ύστερα το τσιγάρο και το τραγούδι τελείωσαν κι εγώ μπήκα κάτω απ' το πάπλωμα
κι εσύ μου ζέσταινες τα χέρια που είχαν παγώσει στο ανοιχτό παράθυρο.
Μετά ήταν πρωί, σηκώθηκα νωρίτερα, έπλυνα πρόσωπο και δόντια
αλλά δε χτένισα μαλλιά.
Ξέχασα τη βούρτσα·
άλλο ένα πρωί σαν την τρελή.
Ύστερα ξύπνησες κι εσύ, δε σχολίασες την οδοντόβουρτσα στο μπάνιο.
Σε ρώτησα αν μπορώ να την αφήσω για να μην την πηγαινοφέρνω,
δε φάνηκες φρικαρισμένος, είπες φυσικά, χάρηκα.
Φύγαμε προς διαφορετικές κατευθύνσεις,
πήρα καφέ πακέτο,
δεν προλάβαμε να πιούμε στο σπίτι.
Μου είχες πει "Καλημέρα. Καφέ ή σεξ;"
κι έτσι δεν προλάβαμε να πιούμε καφέ
και πήρα καφέ απ' έξω.
Άκουγα την δεύτερη αγαπημένη μας πρωινή εκπομπή
—η πρώτη είχε τελειώσει—
περπατούσα και χαμογελούσα.
Σκεφτόμουν τα χαζά που έλεγες χτες
κι έπειτα αυτά που έλεγες για να τα διορθώσεις.
Πιο πολύ όμως σκεφτόμουν τα χέρια σου
που είναι πάντα αρκετά ζεστά
και οι φλέβες προεξέχουν με πολύ σέξυ τρόπο.
Αλλά περισσότερο απ' όλα μου 'χε κολλήσει στο μυαλό
το du riechst so gut χωρίς να το 'χω ακούσει κάπου.
Ίσως επειδή στ' αλήθεια μυρίζεις ωραία.

Στεφανία Ιναρτάκ


Τετάρτη 26 Απριλίου 2017

We draw dots in vain



Σχηματίζουμε αιχμές, και κοιτούμε το αχανές να
απλώνεται κάτω από τα πόδια μας.
Κοιτούμε, κάνοντας τίποτα.
Τί από τα δύο φοβάσαι περισσότερο;
Την πτώση ή την πλεύση;

Κοιτάς;
Κοιτάς τον ωκεανό, και τι;
Τι σκέφτεσαι; Πώς είναι όταν πέφτεις
ή πώς είναι όταν κολυμπάς στο βυθό;
Τ;
Πες μου τι άλλο φοβάσαι... Μην περιμένεις,
δεν έχουμε άλλον χρόνο μέσα
στο τοπίο του κενού.
Μας ξέβρασε το κύμα στην ακτή του
"παραδείσου" που λένε. μα δεν γλυτώνεις τόσο
εύκολα από τις ξέπνοες ανάσες, κι ούτε από τις
ανήσυχες σκέψεις. γίνονται όμως λιγότερες.
Κάτι θα μας ξυπνήσει αυτό μέσα μας..
Δε λες;

Κοίτα χαράζει, πάμε για πλεύση;

inspired : TeRog . carla'sdreams

λίνα βέιν

Άτιτλο

Ώρα τέσσερις
Είναι όλοι σκυφτοί από πάνω και κοιτάνε..
άλλοι κλαίνε, άλλοι γελάνε
επειδή θυμούνται,
άλλοι δεν πλησιάζουν
γιατί θυμούνται κι αυτοί,
άλλοι βγαίνουν έξω και θολώνουν,
μερικοί κάθονται μόνοι και σκέφτονται τις άλλες φορές,
μερικοί κάθονται με τους άλλους και σκέφτονται τις άλλες φορές,
άλλοι πάλι έρχονται μόνοι , φεύγουν μόνοι ,
κάποιοι έρχονται με άλλους και διασκορπίζονται οι σκέψεις.
Λίγοι λένε αυτά που πρέπει να πουν,
κανείς δεν ξέρει τι να πει,
και να το έχει βιώσει..
αλλιώς το νιώθουν όλοι,
άλλοι λίγο ,άλλοι πολύ.
Άλλοι πάλι καθόλου
Άλλοι σκέφτονται αυτούς που είναι δίπλα τους ,και φοβούνται , κάθε λεπτό που τους βλέπουν φοβούνται..
Τρέμουν μην σπάσει η τύχη πάλι στα δύο και την φάνε αυτοί,
αρχίζουν να τρέχουν τα μάτια από μόνα τους ,
δεν ελέγχεσαι..
Όποιος κι αν ήταν,
ο,τι κι αν ήταν,
δεν ξέρεις..
δεν ελέγχεσαι..
Στην δικιά μου μέρα θέλω όλοι να φοράνε πολύχρωμα ρούχα, δεν θέλω να χτυπάνε οι καμπάνες , φοβάμαι όταν τις ακούω, δεν θέλω να έχει πολλούς εκεί , τους φοβάμαι κι αυτούς, δεν θέλω να είναι μεσημέρι ,σιχαίνομαι τον ήλιο , να βρέχει θέλω και να είναι σκοτάδι , θέλω να έρθουν να με φιλήσουν μόνο όσοι με αγαπούν.

Κοράκι

Το λυπημένο παράθυρο



Κοιτούσα απ' το λυπημένο παράθυρο τον απέραντο κόσμο. Κ' μέσα σε τόση απεραντοσύνη που να κρύψεις την μοναξιά σου.. Άπλωσα το χέρι μου κ' γύρισα τον κόσμο ανάποδα. Κατεβασμένα πρόσωπα, με την πίεση να τρέχει απ' τα μάτια. Ένας λόγος να βγάλεις την οργή σου στα πεζοδρόμια να δώσει λίγη παρηγοριά στις θλιμμένες πουτάνες. Όχι τις γυναίκες, εκείνες τις χαμένες αγάπες.

Αντέλ

Τετάρτη 19 Απριλίου 2017

Πεθαίνοντας στην Αθήνα

Στην αρχή έμοιαζε με κουβέρτα/ παχιά μάλλινη με ένα γερό στρώμα σκόνης/ τραχιά, βαριά, μυρωδιά αποπνικτική μπαούλου/ έπεσε μαλακά και κάλυψε τους ήχους.
Εδώ κι έναν χρόνο ήταν χυλός παχύς/ κολλώδης/ καθιστά ανέφικτη την κίνηση/ στάζει από τα χέρια και τα πόδια μου κομμάτια/ τα τραβάει πίσω στην καφετιά ακινησία.
Τις τελευταίες μέρες άλλαξε πάλι/ έρχεται συνέχεια στο μυαλό μου η εικόνα από ένα μεγάλο καζάνι με μαύρη πίσσα που βράζει/ κοχλάζει και ξερνάει καπνούς/ είναι κολλώδης αλλά ζεματιστή/ κάνει τα πάντα να μαυρίζουν απ' τις αναθυμιάσεις/ είναι ο θάνατος.

Απρίλιος 2017
Ανώνυμο

Κυριακή 16 Απριλίου 2017

Άτιτλο


Θα μπορούσαμε να 'μαστε σε ένα από τα λοφάκια κατά μήκος της εθνικής χαζεύοντας τα πλήθη των εκδρομέων να ταξιδεύουν. Θα μπορούσαμε να 'μαστε στο χωριό παλιά με τις γυναίκες να ετοιμάζουν τον επιτάφιο με ανθισμένα λουλούδια και την καμπάνα να χτυπάει βαριά περιμένοντας την λύτρωση. Πίνοντας καφέ στο πέτρινο καφενείο. Βλέποντας την θάλασσα να βγάζει το κάλεσμα της για πιστούς και άπιστους. Θα μπορούσαμε να ακούμε δημοτικά σε μια παλιά αυλή με κρασί και το σκύλο να γυροφέρνει χαρούμενος θαμπωμένος από τον ασυνήθιστα πολύ κόσμο. Θα μπορούσαμε να ξαναγυρίσουμε πίσω το χρόνο και να περιμένουμε την λαμπρή έξω από μια εκκλησία για να γεμίσουμε τη νύχτα δυναμιτάκια. Θα γελούσαμε εύθυμα με τα καλά ρούχα που βγαίνουν από την ντουλάπα μέσα στην παραδοξότητα της μέρας.
Οι αντιφάσεις θα στήναν χορό αλλά τα σκυλιά μέσα μας θα κρατούσαν πεισμωμένα τα δόντια κλειστά. Δεν εννοούν να το καταλάβουν ότι αν χάσεις την πίστη σου όλα επιτρέπονται. Για να πιεις όμως σωστά έλεγε κάποτε ένας μεθυσμένος χρειάζεσαι δύο μέρες τουλάχιστον. Να χαλαρώσει λίγο το σφίξιμο στα δόντια της πρώτης μέρας.

Μαρτσέλο Σάλας

Τρίτη 11 Απριλίου 2017

Άτιτλο


Σβήνω τα φώτα και δεν φοβάμαι .
Μάνα.
Δεν βγαίνω λουσμένη τον χειμώνα.
Μάνα.
Δεν είμαι όλη μέρα νηστική.
Μάνα.
Ο θερμοσίφωνας είναι κλειστός.
Μάνα.
Στον αι Βασίλη δεν πιστεύω.
Μάνα.
Δεν είμαι σίγουρη για τα τέρατα στη ντουλάπα.
Μάνα.
Οι άνθρωποι είναι μοχθηροί.
Μάνα.
Οι άνθρωποι  μπορούν και ν’ αγαπούν.
Μάνα.
Μην σταματάς να ονειρεύεσαι.
Μάνα.
Παραμένεις η πιο όμορφη.
Μανούλα.

Ρ

Παρασκευή 31 Μαρτίου 2017

Άτιτλο


και όταν χαρά θα ξεκινήσει να βρέχει,
ένα άθλιο πρωινό,
πιο άθλιο απ' τα αθλιότερα πρωινά μας
δεν θα είμαστε εκεί
θα έχουμε αποδημήσει
μα η χαρά θα βρέξει
θα πέφτει απ τον ουρανό σε πράσινη μορφή,
πράσινη φωτεινή μορφή,
και θα τους γεμίσει
και θα τους αλλάξει
και το ψέμα δεν θα υπάρχει πια
και η υποκρισία
και ο εγωισμός
και ό,τι σιχαθήκαμε όσο τίποτα
και παρόλο που θα λείπω
εγώ θα το δω
και θα σε δω να χαμογελάς
πετώντας από ψηλά
και τότε θα σε λέω χαρά μου
χωρίς καμιά αμφιβολία
χωρίς τίποτα να με στεναχωρεί
και θα με έχεις ξεπεράσει
και ό,τι και να σου συμβαίνει θα χαμογελάς
μονάχα αυτό έχει σημασία
να χαμογελάς
ό,τι και να κάνεις
να χαμογελάς

Ανώνυμο

Βουητό



Νύχτα με φεγγάρι μισό και σιωπή.
Ό,τι ήθελα δεν το είπα.
Φωτιά και καπνός.
Καλοκαίρι.
Μακρυά κάτι καίγεται.
Μυρίζει.
Αλλάζουν οι εποχές.
Είσαι εδώ μάλλον,
αλλά ακόμα και έτσι είσαι μακρινός.
Ποτέ δεν θα τερματίσουμε.
Σου φωνάζω.
Ποτέ.
Αστέρια, πολλά.
Πάρα πολλά.
Ένα, δύο, τρία.
Μην τα μετράς.
Μια μάγισσα είπε θα βγάλεις σπυριά στα χέρια.
Μάτια καστανά και σιχαμένα.
Ψηλά πέρα από το βουνό υψώνονται οι πόλεις μας.
Βουητό.
Χαμένοι κόποι πετιούνται στα έγκατα της ζωής αυτή της ανθρώπινης.
Εργάτες- γυναίκες- παιδιά.
Δρόμοι- φωνές- συνθήματα.
Όλοι μας είπαν ψέματα.
Όλα είναι και δεν είναι.
Ελευθερία ή και όχι.
Ό,τι κάτσει.
Σήμερα είπαν στον καιρό θα βρέξει.
Θα πάρω ομπρέλα.
Χωράει στη τσάντα.
Ξεκλείδωσε.
Βάλε πρώτη,
Χειρόφρενο, συμπλέκτη.
Σε αγαπούσα.
Δεν μπορώ ποτέ να το πω.

Ιωάννα Βαλς

Πέμπτη 30 Μαρτίου 2017

Πικρός Παράδεισος

Σκέψου έναν ήρεµο ουρανό. Παρατήρησε τα πτηνά που περνάνε δίπλα σου· παρατήρησε τον ήλιο· µην δεις κάτω. ∆ηλαδή προσπάθησε… Είναι όµορφα εδώ πάνω, γαλήνια. Νιώθεις ελεύθερος, απαλλάσσεσαι από τα πάντα! Είσαι πάνω στον αέρα τη στιγµή που ο ήλιος δύει. Όλα ήρεµα και καθαρά. Μακάρι να ζούσα µια τέτοια στιγµή. Αυτά ζητάς λοιπόν όταν είσαι εγκλωβισµένος στην πίεση, στην ανασφάλεια… Ένα µείγµα συναισθηµάτων που ταυτόχρονα συνυπάρχει µε ένα τεράστιο κενό. Και θες εκείνη τη στιγµή να ξεσπάσεις, να ουρλιάξεις ενώ παράλληλα σκέφτεσαι ότι όλα αυτά είναι ασυναρτησίες της στιγµής. Όχι δεν είναι… Είσαι άνθρωπος µε συναισθήµατα που δεν µπορείς ολοκληρωτικά να ελέγξεις. Μπορείς να πετάξεις χωρίς φτερά; Όχι …έτσι είναι Άλλοι τα έχουν και άλλοι όχι. Έτσι είναι η ζωή. Αν Έχεις συνεχώς φτερά ποτέ δεν θα καταλάβεις την πραγµατική τους αξία. Κανείς δεν µπορεί να το κάνει αυτό. Και µόνο η σκέψη όµως βοηθάει. ∆εν πειράζει που δεν µπορείς να ζήσεις στον ιδανικό σου κόσµο, αρκεί να τον σκεφτείς. Σκέψου το ηλιοβασίλεµα, σκέψου µια θάλασσα ήρεµη σαν το λάδι. Άκουσε τον απαλό άνεµο και δες τους κόκκους άµµου να κινούνται ελαφρώς. Άφησε τα µάτια σου να παρατηρήσουν, πώς το κύµα στην αµµουδιά καλύπτει τα µικρά βότσαλα και µετά τα γδύνει αφήνοντας τους λίγο νερό, ίσα-ίσα να γυαλίσουν. Ξάπλωσε πάνω στην άµµο ανάσκελα και δες τον ουρανό να παίρνει το χρώµα των ανθών που έχεις στον κήπο σου. Νιώσε την αύρα να γαργαλάει το σώµα σου και άφησε τα µάτια σου να κλείσουν σιγανά… Μετά περπάτησε στα βρεγµένα βοτσαλάκια και άσε το δροσερό νερό της θάλασσας να σε ακουµπήσει. Στάσου! Παρατήρησε τον ορίζοντα και προσπάθησε να δεις πέρα από τη γραµµή του, άφησε τη φαντασία να σε οδηγήσει εκεί. Με απλούς τρόπους µπορώ να διώξω όλα αυτά που µε βαραίνουν. Για λίγο όµως, αλλά δεν πειράζει. Απαλλάξου από το βάρος για το οποίο µόνο εσύ έχεις πονέσει και που κανείς δε νοιάστηκε πραγµατικά για τα ερείπια που άφησε. Ναι, µπορεί να είναι εγωιστικό, αλλά τι λέει η καρδιά σου γι’ αυτό; Ή να ρωτήσεις καλύτερα τη συνήθεια; Αυτή η συνήθεια…! Πολλές φορές είναι κακό πράγµα… Συνήθεια και συναίσθηµα µπορούν να γίνουν ο καλύτερος ή ο πιο επώδυνος συνδυασµός. Θες να βρεις τρόπο να απαλλαχθείς απ’ όλα αυτά; Το µόνο που έχω να σου πω: πόνεσε! ∆έξου και πόνεσε. Κανένας χρόνος δε θα σε βοηθήσει…

Χριστίνα Τζανή

Τρίτη 28 Μαρτίου 2017

Το σύμβολο της πίστεως

Πιστεύω εις έναν έρωτα, μυστηριακό και λυτρωτικό, ενοποιητή ύλης και πνεύματος, ψυχών και σωμάτων.
Και εις μιαν ηδονή την κόρη του έρωτα  του μονογαμικού, την εκ της έλξεως γεννηθήσα προ πάντων των αιώνων φωτιά εκ της φωτιάς, ηδονή αληθινή εξ έρωτος αληθινού, αγνού, άναρχου, ομοούσιο της ύπαρξης.
Τον δι’ ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν εισέλθοντα εις τας καρδιάς και σαρκωθέντα εκ θερμού αιδίου και φαλλού διεισδυτικού.
Ισχυροποιό υπέρ ημών και διδακτικό και εξερευνητή
Και οδηγό της ευτυχίας κατά τους σοφούς
Και παρεσθέντα σε τυχαίες συναντήσεις και καθεζόμενον στο στομάχι
Και φευγαλέου και μόνιμου και ανανεωτή.
Και εις την αγάπη την ανιδιοτελή, την απαστράπτουσα και στοργική, την εκ του έρωτος εκπορευόμενη, τη συν αγκαλιάς και οργασμού συνδιάζουσα και συνδοξάζουσα.
Ευλόχυσον.

Ody 

Άτιτλο

Για τους μεγαλους ερωτες δεν θα μιλησω πολυ...
Δεν ειναι του τυπου μου αλλωστε να βουταω τη γλωσσα μου στη χρυσοσκονη και να πεταλουδιζω.
Και αν καποια βραδυα ηρθαν και χτυπησαν και το δικο μου παραθυρο τους κερασα ενα κονιακ και εξω απο τη πορτα.
Δεν ειχαν χρονο και εκεινοι ,δεν θα ειχα εμπνευση και εγω καπως ετσι θα εγιναν τα πραγματα υποθετω.
Και αν στη πορεια κοντοσταθηκα να χαζεψω και τα τοπια, γρηγορα το ξεπερασα..
Βλεπεις αυτη ειναι η αρρωστια μου..και εχω προσπαθησει πολυ να την αγαπησω.
Τωρα τη συνηθισα και δεν ξεφυσαω στριφογυρνοντας στο κρεβατι..ευκολα κλεινω τα βλεφαρα να κοιμηθω και το ιδιο ευκολα ξυπναω.
Και καμια φορα παρακολουθω σαν απο κλειδαροτρυπα τους μεγαλους ερωτες των αλλων πονταροντας καθε τοσο στο λευκο.
Και σαν κερδιζω χαμογελω κυνικα ωσπου να ματωσουν τα χειλη μου.
Και σαν χασω ζαρωνω στη γωνια μου και αναθεωρω το παιχνιδι μου.
Μα καθε τοσο ξυπνω τρομαγμενη απο φοβο πως καποιος καπου καποτε θα ζητησει και ενα δευτερο ποτηρι κονιακ...και δεν θα εχω να του δωσω. ΜΕ καταλαβαινεις;

Κωνσταντίνα Ρούσσου

Παρασκευή 24 Μαρτίου 2017

Οι αδάμαστοι


Οι μεγαλύτεροι ποιητες στάθηκαν πρώτοι και τελευταίοι στη σειρά τους από περηφανια ή αηδία.

Οι μεγαλύτεροι ποιητές αγάπησαν τόσο τις ιδέες που δεν τις φυλακισαν σε ανόητα γράμματα.Πότε δεν θελησαν να εξυμνησουν την συνύπαρξη ή τη μοναξιά.

Οι μεγαλύτεροι ποιητες έλαμπαν από αγάπη κι έκλαιγαν από συνήθειο,ποτέ δεν ένιωσαν την ανάγκη να αποτυπώσουν την ομορφιά ή την απόγνωση σε λέξεις.

Οι μεγαλύτεροι ποιητες έβλεπαν στα σκοτάδια, μιλούσαν σε αδέσποτα, λάτρευαν τα πάντα και το τίποτα.

Οι μεγαλύτεροι ποιητες ποτέ δεν φώναξαν η ψιθυρισαν στο χαρτί.Δεν το επιδίωξαν.Δεν αρκέστηκαν σε μια ματεριαλιστικη επιβράβευση.

Έψαχναν για ισότητα σ έρημωμενες πλατείες,αναζητούσαν την ηρεμία σε ξεχασμένους μονόδρομους.Ονειρευτηκαν την αγάπη σε σκουριασμενους ανεμόμυλους.

Οι μεγαλύτεροι ποιητες έζησαν τη ζωή τους όπως αυτοί όρισαν, η όπως άλλοι ορίσανε γι αυτούς .

Οι μεγαλύτεροι ποιητες θα μείνουν στην ιστορία ως άγνωστοι και ταπεινοι,ευτυχισμένοι η δυστυχισμενοι.

Κώστας Κυριακίδης

Νιάτα πολλών


Ανοίγουν οι πολλοί τα  χέρια τους να σε αγκαλιάσουν ,
θέλουν να σε σφίξουν,
θέλουν  να σου δείξουν  την αγάπη τους,
θέλουν να σου πάρουν το οξυγόνο,
να μην μπορείς να τους σταματήσεις,  ούτε να ανταποκριθείς στο κάλεσμα τους.
Σου παίρνουν τα πάντα, οι πολλοί,
αφήνουν πίσω τους κομμάτια σπασμένα.
Κομμάτια δικα σου.
Κομμάτια που σου έμειναν από τους άλλους,τους παλιούς.
Είσαι για αυτούς κάτι αναγκαίο, σαν τον πρωινό  καφέ ας πούμε,
 κατι σαν το πρώτο τσιγάρο της μέρας.
Αν δεν σε αγκαλιάσουν δεν θα αντέξουν.
Οι πολλοί  λένε, πως οι αγκαλιές είναι πηγή εμπιστοσύνης.
Μην τους ακούς .
Τους ελάχιστους να ακούς.
Μην τους κοίτας στα μάτια.
Μην χαμογελάς στους πολλούς.
Μην κλαις μπροστά τους.
Ετσι είναι οι άνθρωποι, καρδιά  μου,μην τους ζητήσεις αγκαλιές.
Η αγκαλιά που χρειάζεσαι είναι αυτή που δεν ζήτησες ποτέ.

Κοράκι

Κυριακή 19 Μαρτίου 2017

Καρκίνος

04:39

Δεν άφησα τον καρκίνο να μπει μέσα μου σήμερα, μέχρι που σε σκέφτηκα...
Το έπιασα,το έβαλα στο στόμα μου και του έδωσα την δύναμη να με καταστρέψει λίγο ακόμα...
Λιγο περισσότερο απο όσο θα έπρεπε,λιγότερο απο χθες αλλα...το έκανα.
Σε άφησα να με αφήσεις και με κατέστρεψα ξανα.
Ισως θα έπρεπε να το είχα κόψει τότε...νόμιζα πως δεν θα εθιζόμουν,πως δεν θα συνεχιζόταν...
Γελαω...για τον καρκίνο μίλαμε...εξαπλώνεται,μιας και μπει μέσα σου δεν βγαίνει.
Έτσι και εσυ, κακιά συνήθεια.
Πάω τώρα,είναι έτοιμο.
Το ανάβω και είσαι δίπλα μου,όπως ακριβώς θα ήθελα.
Κακιά συνήθεια,δεν θα φύγεις ποτέ.
Γαμημένε καρκίνε,
Σ'αγαπάω.

Ηλιοτρόπιο

Σάββατο 18 Μαρτίου 2017

Ανάσες


Μερικές φορές μου αρέσει
να συγχρονίζω τις ανάσες
μας όταν ξαπλώνουμε
το βράδυ.
Με κάνει να νιώθω πιο κοντά
σου απ’ότι ήδη είμαι.

Άλλες φορές πάλι,
περιμένω ώσπου οι ανάσες μας
να γίνουν όπως οι γωνίες
στην γεωμετρία, συμπληρωματικές.
Με κάνει να αισθάνομαι όπως
όταν θέλω να πω κάτι
και με προλαβαίνεις εσύ.

Ανώνυμο

Παρασκευή 17 Μαρτίου 2017

Πώς χτίζεται η αγάπη


Πώς χτίζεται, αγάπη μου, η αγάπη μου ‘χες πει μια φορά
Δεν πίστεψα στα λόγια, ήταν πολλά
Μου ‘λεγες, βέβαια, για παλιές περιπτώσεις και καταστάσεις
Πρώην φάσεις, που ‘χεις πια ξεπεράσει, σε έχουν αλλάξει
Σα μικρό παιδί σκόρπιζες γέλιο με ένα φέρσιμό σου απρόσμενο
Πληρώνω κάθε μέρα κι άλλο πρόστιμο
Για κάθε δέσιμο, για κάθε μου ταξίδι, κάθε βόλτα μικρή
Και κάθε σπατάλη

Βγήκα, έτσι για λίγο, στο μπαλκόνι, ήταν απόγευμα και
Άνοιξα να φύγει πρώτα η σκόνη
Και μετά, να φύγουν στον αέρα τα παλιά
Να μη σωριάζονται οι λύπες τα βράδια, μόνο οι χαρές
Βγήκα στο μπαλκόνι κι από πάνω ένας κόκκινος ήλιος
Και που να ‘ξερα τι γύρευε κι εκείνος
Έπιασε βροχή και, κάπως μου ‘ρθε, περίεργο πράγμα∙
Κάπως μου ‘ρθε και θυμήθηκα εσένα

Το ξέρω μπήκες στη ζωή μου στην αρχή από μια απλή συγκυρία
Τώρα φοβάμαι τι θα γίνει – κι όχι αστεία –
Μιας και κρατάς στο ένα σου χέρι το πιστόλι και στο άλλο μαχαίρι
Στην τελική όμως τι θα γίνει δεν το ξέρει κανείς
Κι αφού είμαι ως τώρα συνεπής
Ζητάω μια χάρη, το μαχαίρι να προσέχεις, μην κοπείς
Και μη με κόψεις κι εμένα∙ κι άσ’ το πιστόλι στην άκρη
Και πάμε απόψε σε ένα πάρτι

Πελώριο Κβάντο

Οι κλώνοι


Όχι βατράχια, καλά θα ήταν. Ο άλλος δεν ξέρω τι κάνει στην προσωπική του ζωή. Μιλάνε πολύ και γρήγορα. Δηλαδή; Λένε τίποτα και σημαίνει αυτό. Γυρεύουν μόνο. Είναι χτικιά φτωχικά από μέσα. Ψάχνεις ένα αδιέξοδο. Το δικαιολογείς. Μου έκανε εντύπωση η ανάγκη για εξέλιξη της ζωής τους. Δεν λένε και κάτι σημαντικό. Κάτσε να κάνω μία τζούρα. Και μετά από αυτό. Λες πόσοι είναι πια; Τα αδιέξοδα. Μία τελεία. Μπαχαρικά. Πιστοποιητικά. Και μία μάσκα του γαϊδάρου από πάνω.

Γιόλι Μπεζ

Για αυτούς που δεν τους ξέρει κανείς

Ξαφνικά αποφασίζουν όλοι από κάτι να πιαστούν,
αρχίζουν να γράφουν ποίηση ,
να λένε τραγούδια ,
να χορεύουν ,
να σχεδιάζουν,
να κάνουν τα όνειρα τους πλαστελίνη.
Εγώ, την τέχνη την ονομάζω πίστη.
Κι είναι για αυτούς που κανείς δεν τους ξέρει
,είναι για αυτούς,
που περπατάνε στους δρόμους της πόλης σκυφτοί,
που κάθονται με τις ώρες και κοιτάνε το κενό,
που δεν λένε ποτέ τους την αλήθεια,
χωρίς αυτό να τους κάνει ψεύτες..
γιατί πάντα υπάρχει η δική τους αλήθεια.
Υπάρχει πάντα η δικιά μας αλήθεια,
μέσα στις λέξεις που αραδιάζουμε κάθε μέρα,
μέσα στους τοίχους των δωματίων μας,
μέσα στις αυθόρμητες φωτογραφίες.
Πίσω από τις κουρτίνες της ρουτίνας.
Κάπου εκεί..
Εκεί πίσω,
είναι τα γυάλινα μας όνειρα.
Μην φοβάσαι.
Πιάσε το χέρι μου κι έλα να κάνουμε τα όνειρα μας πλαστελίνη.

Κοράκι

Δευτέρα 13 Μαρτίου 2017

Άτιτλο


Και το ξέρω ότι είσαι κάπου εκεί μέσα στα φώτα.Αυτό δεν μου δίνει τόσο παρηγοριά όσο ο τύπος που έφτασε τόσο κοντά όσο εγώ δεν θα πάω ποτέ.Κοιτάει επίμονα την θάλασσα και τον βλέπω είναι έτοιμος να πηδήξει.Το ξέρω ότι δεν έχω τα αρχίδια να
κάτσω στην προβλήτα με τα πόδια να αιωρούνται , μα κάποτε ήμουν τόσο ελαφρύς που μπορούσα να κρέμομαι απ’ τα χέρια του πατέρα μου πάνω από την θάλασσα κι ύστερα πίσω στην στεριά.Κάποτε.Μια άλλη εποχή.Άλλο πέλαγος.Άλλη χιλιετία.Μέχρι να τελειώσω αυτές τις γραμμές μπορεί να φωνάζω για βοήθεια για τον άνθρωπο στην θάλασσα.Μπορεί να πέσω εγώ πρώτος μα το νησί που μεγάλωσα φρόντισε τουλάχιστον να με μάθει κολύμπι και δεν έχω σκοπό να χαθεί αυτό το ποίημα ούτε η συσκευή που το φιλοξενεί.Οπότε λέω εν τέλει επιστρέψω στα φώτα μα δεν είμαι σίγουρος αν θα βρω εσένα.Η συσκευή αυτή δεν έχει μονάδες.Το κορμί αυτό δεν έχει κουράγιο για άλλες συμπληγάδες.η πόλη μας χωράει όλους και μέχρι να σε συναντήσω θα χω βρεθεί με τόσους ανθρώπους όσους δεν γνώρισα ποτέ στο μεγάλο μου νησί ή στην μικρή γειτονιά μου.Κι αν πέσω κάτω από την ζάλη δεν θα φταις εσύ.Ο καπνός και το στομάχι που δεν γέμισα.Οι στιγμές που απέρριψα τα πρωινά που σερνόμουνα σε ονειρικές παραισ΄θησεις.Το πεζούλι κρύωσε απόταμα.Ο καφές δεν περιμένεις ζεστός σε κάποιο καλλιτεχνικό καφενείο.Η έμπνευση δεν κάνει κράτηση.Η προσμονή δεν με χορταίνει και το φαγητό με περιμένει

Οκτώβρης ’15
Mismatched